.  » αρχική σελίδα

 :: Επιλέξτε θέμα προς προβολή ::



Θανάσιμο χάρισμα

 οδοιπορικό  στη μεταλλαγή  του νησιού που πέρασε  από τις Σουηδέζες τουρίστριες , τα καμάκια και τους γυμνιστές, στους γάμους των γκέι και στο χορό του έητζ...  μνήμη  Μάριου Τάρτα  που ο Χέλμουτ Μπέργκερ τον θεωρούσε σύγχρονο γιό του Δία και της Σεμέλης

 

MTARTASNUREYEVR

Το οδοιπορικό  της ηδονής και του θανάτου,  ανάγεται στην εποχή που οι εικονιζόμενοι Χέλμουτ  Μπέργκερ (δεξιά- διάσημος ηθοποιός του Βισκόντι) και ο Έλληνας Μάριος Τάρτας  φίλος της περιώνυμης Γκούτσι, ξεκαλοκαίριαζαν μεταξύ Μυκόνου και Τήνου με επίσης διάσημους γκέι, όπως τον Ρούντι Νουρέγιεφ (αριστερά, στη κρεβατοκάμαρά του και δεξιά στο αεροδρόμιο, προς την θαλαμηγό του Ωνάση) τον Ρίτσαρντ Τσάμπερλεν, τον Μπίλι Μπο και μετρ της ραπτικής, των κομμώσεων και της ομοφυλόφιλης ηδονής...Τη φωτογραφία, μου την έδωσε ο Μάριος λίγους μήνες  πριν πεθάνει από ειτζ και μου είπε: Κάποτε γράψε για μένα, που ρούφηξα την ηδονή ως τη τελευταία σταγόνα..

Το ντοκουμέντο-διήγημα, που ακολουθεί,  το έγραψα όταν η θανατηφόρος νόσος του έιτζ άρχισε να θερίζει και τα καμάκια της Μυκόνου

θανάσιμο χάρισμα...

Αυτό το χάρισμα που΄δωσε η φύση στο κορμί μου, υπήρξε για αρκετά χρόνια το βιοποριστικό μου εργαλείο. Όταν ο πατέρας μου με τσάκωσε, παιδόπουλο, να το μαλάζω, μου άστραψε ένα γερό χαστούκι και μου΄πε:  "Ρε όρνιο, αυτό το μαραφέτι δεν είναι για να το παίζεις, αλλά για να κατουράς και να κανονίζεις τις γυναίκες όταν μεγαλώσεις... Τ΄άκουσες;" "Το άκουσα.."  Η μάνα μου, που σταυροκοπήθηκε καθώς εκείνος της ψιθύρισε κάτι στ΄αυτί, ήρθε κοντά μου και μ΄αγκάλιασε, όσπου να του περάσει ο θυμός.Γρήγορα όμως ξεθύμανε και καθώς είχα σταματήσει να μυξοκλαίω, με κοίταξε περήφανα. Αυτό το έκανε τώρα τελευταία, τα πρωινά, όταν κοιμόμουνα ανάσκελα κι΄έβλεπε το σεντόνι μου τσαντίρι... Καμάρωνε κι΄άκουγα να λέει στη μάνα μου «πρέπει να τον πάω σε γυναίκα ». Εκείνη η καημενούλα δεν ήξερε τι να πει, μόνο κοίταζε με λοξή ματιά το τεντωμένο σεντόνι μου κι΄εκείνος έφευγε με τουπέ, προσθέτοντας: « θά ΄μαι στο καφενείο ».Ο πατέρας ήταν σοβατζής κι΄όταν δεν εύρισκε μεροκάματο την άραζε πρωί κι΄απόγεμα στον καφενέ, παίζοντας πρέφα, αλλά τώρα τελευταία είχε θεριέψει το κουμκάν. Ο καφετζής δεν έδινε ούτε λιγδιασμένη τράπουλα για κολτσίνα και τα πατροπαράδοτα παίγνια. Ήμουνα στρατιώτης όταν κατάλαβα αυτή τη μεταλλαγή στη ψυχαγωγία και στο τζόγο. Συγκεκριμένα, σ΄ένα κρεβάτι στο θάλαμο ασθενών, με χούφτιασε ξαφνικά κάτω από τη κουβέρτα ένας κουνοκώλης νοσοκόμος, τάχα πως μου βάζει τη πάπια... Και πάνω στο πυρετό μου τον άκουσα να μου λέει λιγωμένα:  παίδαρέ μου πρόοδος, το κουμκάν αντικατέστησε την ξερή και το τσιμπούκι το τσιγάρο... Ολη νύχτα με το΄να χέρι μου βαζε κομπρέσες και με τ΄άλλο με μάλαζε στα σκέλια, χώνοντας το μουσούδι του κάτω από το σεντόνι, σαν κυνηγιάρικια σκύλα για να πνίξει το κουνέλι, ποιό  κουνέλι; κοτζάμ λαγός.

Ψηνόμουνα στο πυρετό αλλά αυτός παραποιούσε το πινάκιο για να μη με μεταφέρουνε στο 401 και με χάσει...Ευτυχώς με σώσανε τα αντιβιωτικά, έπεσε ο πυρετός, αλλά είχα καταντήσει τόσο αδύναμος που μου δώσανε αναρρωτική άδεια. Την τελευταία νύχτα ο τύπος μισόκλαιγε κι αγωνιζόμουνα να ξεμπλέξω τη χούφτα του από το σώβρακό μου, ώσπου μαζεύοντας δύναμη του δωσα μια μπουνιά στη μούρη κι΄έτσι γλίτωσα το αποχαιρετιστήριο βύζαγμα... « Παίδαρέ μου σε χάνω » κλαψούριζε κι ευτυχώς που ο διπλανός μου ροχάλιζε...

Οταν έφτασα στο σπίτι, η μάνα μου άρχισε να σταυροκοπιέται, όπως μπροστά σε εικόνα εξαυλωμένου όσιου. Με καλωσόρισε κι η χήρα, η μόνη που κατάλαβε ότι προερχόμουν από σεξουαλικό μαρτύριο. Με μπουκώνανε συκώτι και τηγανίτες με μέλι, ο πατέρας έφερε και κόκκινο κρασί. Δώσ΄ του φαγοπότι και ύπνο, καρδάμωσα κι εκεί που ετοιμαζόταν η χήρα να με περιλάβει, να ο Αποστόλης, ένας συνάδελφος με το απολυτήριο στο χέρι.

 - Ρε συ, μου ψιθύρισε, η πλατεία Συντάγματος έχει πλημμυρίσει τουρίστριες! Φύγαμε;

 - Πού να πάμε, συνάδελφε;

  Κοίταζα τη φάτσα μου στο καθρέφτη της ντουλάπας, δεν μου γέμιζε το  μάτι ...Ούτε αψηλός, μήτε μπρατσωμένος, αλλά όχι και   κακομούτσουνος , για πέταμα, συμπαθητικούλης ήμουνα, εξ άλλου το βλεπα στις ματιές των κοριτσιών...

 - Ρε συ, μου λέει ο Αποστόλης, ο άντρας δεν μετράει στο μπόι και στην ομορφιά, αλλά εκεί που πρέπει...

 Καλά, ο βλάχος ήταν άφταστος στο πίτσι-πίτσι, μου πήρε κάτι δανεικά κι αγύριστα και μου΄ πε: θα με βρεις στο Σύνταγμα, πέριξ Ζαβορίτη...

 Γύρισα στο στρατώνα, ο Πίπης είχε μετατεθεί στο 401. Ποιός τη χάρη του, με τη πάπια να ψάχνει  μουστερήδες. Οι αποτέτοιοι είναι πανέξυπνοι, αντίθετα μ΄αυτούς που τους βολεύουνε. Όπως με τους δίμετρους που βασίζονται στο μπόι τους και τους ζουμπάδες, που το μυαλό τους παίρνει στροφές για να εξουδετερώσουνε το κουσούρι τους.Κάνω αυτή τη παρένθεση γιατί θυμάμαι τη μαγκιά που μού΄χε παίξει ο Πίπης και πως σκέφτηκε να μ΄εκδικηθεί για την αποχαιρετιστήρια μπουνιά μου. Εκανε θελήματα στην οικογένεια του συνταγματάρχη και πριν φύγει ξεφούρνισε στις δυο χοντροκώλες θυγατέρες του ότι υπήρχε ένα «εξαίσιο» χάρισμα στο κορμί μου ...Εκείνες οι λυσσάρες ψήσανε τον πατέρα τους να με πάρει για ορντινάτσα κι΄αμέσως βάλθηκαν να το διαπιστώσουν με τα ίδια τους τα μάτια, στην αρχή εξ επαφής...Με στριμώξανε για κουμκάν και κάτω από το τραπέζι με πασπατεύανε Τί να κάνω; Ψάχνετε για τον μπαλαντέρ», αστειεύτηκα. Αυτό ήτανε, μου ορμήσανε, μου κατεβάσανε το φερμουάρ κι αρχίσανε τα μαρτύριά μου, όπου πήρε είδηση ο γαλονάτος και μ΄εξόρισε στους απόπατους...

fadaros Η φήμη μου όμως είχε εξαπλωθεί και καταφτάνανε όλοι οι ανώμαλοι, εθελοντές, να ξεσκατώσουνε την Καλλιόπη κι εγώ να κάθομαι...Μου βγάλανε και παρατσούκλια, όπως παίδαρος,γουδοχέρι και τα τοιαύτα... Μια μέρα ξανακοιτάχτηκα στο καθρέφτη κι αναθάρρησα, γιατί μπορεί να μην είχα φάτσα Αλέν Ντελόν, αλλά και κορμί αίλουρου διέθετα και πιό όμορφος ήμουνα από κείνο τον αυτιά τον Φρανκ Σινάτρα... Και καθώς όλοι οι συνάδελφοι με κοιτάζανε με ζήλεια, σκέφτηκα πως έλειπα από τη συλλογή φαντάρων του Τσαρούχη, ίσως γιατί δεν είχε φτάσει η φήμη μου σ΄αυτόν...

Απολύθηκα. Στο σπίτι με περίμενε καινούργια κοστουμιά και χαρτζιλίκι από τη χήρα:γυναικάρα μέχρι κει πάνω:που έπεσε στα πόδια μου και μου ταζε να πουλήσει ένα χωράφι για να με ταίζει καρύδια και μέλι και να μου αγοράσει και μιά Χάρλει,το ανεκπλήρωτο εφηβικό μου όνειρο. Σε λίγες ημέρες με είχε ξεκάνει, απόκανα ...

 Ηταν αρχές καλοκαιριού, σκέφτηκα τον Αποστόλη. Βουρ για το Σύνταγμα, ψάχνω σ΄ένα τουριστικό γραφείο και στη πιάτσα κολώνα, εδώ ναι το στέκι του  μου λένε, αλλά έχει πάρει στο ντορό ένα γκρουπ περί την Ακρόπολι και Πλάκα... Γνωρίζομαι με κάτι άλλα παιδιά, γινόμαστε φιλαράκια και που με χάνεις, που με βρίσκεις, πίσω από γυμνόπλατες τουρίστριες, « ντου γιού λάικ μις δι γκρις » και τα τοιαύτα...Μια ξανθιά μου κουνάει την ουρά της σαν σκύλα, την παίρνω στο κατόπι και βρίσκομαι στη Μύκονο, ένα ξερονήσι χωρίς πράσινο, δεν μπορώ να καταλάβω τι του βρίσκουνε οι ξένοι...Εκεί κάνω κι΄άλλα φιλαράκια, που φοράνε μαγιό με κρυφή ενίσχυση, ενώ εγώ κολυμπάω με σορτσάκι, γιατί ντρέπομαι, έτσι αχαμνός που είμαι, να κουβαλάω τόσο βάρος στα σκέλια...Οι μάγκες με ατενίζουν αφ΄υψηλού, που λένε, αλλά όταν μια μέρα με βλέπουνε ολοτσίτσιδο, τους κουφαίνω θά λεγα, αλλά τότε δεν είχε βγεί αυτή η έκφραση...Ούτε το μεγάλος, που ταίριαζε απόλυτα σε μένα...

 Ενας αψηλός μπρατσωμένος,αρχηγός της παρέας, με κοιτάζει με δέος. « Του μαραγκούλιασες τα μούσκουλα » μου λέει ένας άλλος φίλος, ο Τζίμης. Κι΄ένας Θωμάς – Τομ θέλει να τον φωνάζουμε – με συμβουλεύει να μη ξαναδείξω το πουλί μου γιατί θα τρομάξουν οι τουρίστριες...Του πουλάω τουπέ: 

- Σε μένα το λες ρε κομπλεξικέ, που έτσι και το εκθέσω σε δημόσια θέα, θα γίνει λαικό προσκύνημα!

Του λοιπού αρχίζω να καταλαβαίνω ποιός είμαι! Όσοι πόντοι μου λείπανε σε ύψος  τους παίρνω από το μαραφέτι μου... Εξιστορώ στα παιδιά τα παθήματά μου με τον Πίπη και τις κόρες του συνταγματάρχη, λιγώνονται στα γέλια – εκτός από τον παίδαρο...Μέρα με τη μέρα τα φιλαράκια παραδέχονται την υπεροχή μου  ανάμεσά τους, μου φέρονται σαν να είμαι αρχηγός τους... Γκόμενες λοιπόν, γλέντια, πηδήματα, μάσες, ξάπλες κι΄ο καθένας καμακώνει για πάρτυ του, αλλά κι΄ο ένας για τον άλλονε, σαν τους Σωματοφύλακες. Εγώ είμαι ο Ντ΄Αρτανιάν! Ζωή ανέμελη κάτω από τον ήλιο την ημέρα, στα μπαράκια και ταβερνάκια το βράδυ, ίσως μίζερα, γιατί δεν είχαν έρθη τα εμβάσματα:παριστάναμε τους φοιτητές...

 Μάγκα, λέει ένα πρωί ο Θωμάς, που θέλει να τον φωνάζουμε Τομ, το ξέρεις πως υπάρχει  μια παραλία που κάνουνε μπάνιο ολοτσίτσιδοι; Γυμνιστές τους λένε, Mykonos4πάμε; - Φύγαμε... Τα φιλαράκια δεν μας ακολουθούν, γιατί μόλις ξεγυμνωνόμαστε, θα φαινόταν η υπεροχή μου... Εκεί να δεις τη πλάκα: Μόλις παρουσιάζομαι όπως με γέννησε η μάνα μου, όλοι οι τσιτσιδωμένοι παθαίνουνε τη μούγκα  τους και πού σε πατέρα να τινάξεις τη μπάνκα, εννιά αχρωμάτιστα και οι τέσσερις άσσοι!  Γίνεται ψίθυρος, βαβούρα, αναταραχή, το έλα να δεις για τις ξέκωλες κι΄ εγώ  στη μέση, ντρέπομαι... Σκεπάζομαι με τη πετσέτα, φεύγουμε...

Στο γυρισμό με το τρεχαντήρι,  αναρωτιέται ο Τομ πως και μ΄αντέχουνε οι γυναίκες και του εξηγώ, ότι όλες τους είναι: σαν τις Στυμφαλίδες όρνιθες, που πέσανε να κατασπαράξουνε τον Ηρακλή. Ο άσχετος νομίζει ότι μιλάω για τον καφετζή: « Ο Ηρακλάκιας αποκλείεται, γιατί του πηδιόταν η γυναίκα του ένεκα ελλείψεως προσόντων νυκτός...». Με πιάνουνε τα γέλια, ρε πού κατάντησα, με κάτι φίλους κούτσουρα απελέκητα, που δεν έχουν ιδέα για τους βαρβάτους αρχαίους ημών προγόνους, που ποζάρανε γυμνοί στους γλύπτες...Εγώ , βλέπεις, μπορεί να ήμουνα μόνο της τρίτης γυμνασίου, αλλά διάβαζα και κανα βιβλίο...Χωνόμουνα και στα σινεμά, όταν έβλεπα να παίζει Τζέιμς Ντιν, Μάρλον Μπράντο, Μοντγκόμερι Κλιφτ, Ντέρεκ Μπόγκαρτ...Τέτοιοι ηθοποιοί μου παίρνανε την ψυχή...

platimeplati Οι μέρες κάτω από τον καφτό ήλιο και την αρμύρα της θάλασσας κυλούσαν ανέμελα και η Μύκονος αθώα και ανυποψίαστη...Γιατί ακόμη δεν είχαν ανοίξει οι ασκοί του Αιόλου που θα ταρακουνούσαν το γραφικό νησάκι και οι παιδαράδες του αντί να ρίχουνε δίχτυα για ψάρια, θα καμάκωναν τουρίστριες κι΄αργότερα πούστηδες... Μήτε το΄χα καταλάβει πως άρχιζε η μεγάλη μεταλλαγή, σε μια προσεισμική περίοδο, όπως στ΄αρχαία χρόνια, όταν καταποντίστηκε η Σαντορίνη – Ατλαντίδα, δεν ξέρω πως ακριβώς τη λέγανε, αλλά σίγουρα Σόδομα και Γόμορρα σαν τη Μύκονο θά τανε...

 Με το χάρισμα λοιπόν που με είχε προικίσει η φύση, βολευόμουνα, όπως ο ασπριτζής πατέρας μεροδούλι-μεροφάι που ΄λεγε...Με τη διαφορά πως εκείνος τάιζε μερικά στόματα, ενώ εγώ δεν φρόντιζα παρά τη δική μου μόνο βόλεψη...Τί βόλεψη, δηαλαδή,πως να ξεκαλοκαιριάσω στα σκέλια κάποιας τουρίστριας και το χειμώνα, πάλι στο τσουκάλι της μάνας μου και στο χαρτζιλίκι της χήρας...

 Τέλη καλοκαιριού, με τα πρωτοβρόχια, οι ξένες παίρνανε τις βαλίτσες και τα σακίδια και επιστρέφανε κατά το βοριά, για τα πανεπιστήμια, για τα γραφεία... Τότε τό ριχνα στη φιλοσοφία κι΄έλεγα στα ξέμπαρκα κι΄άστεγα φιλαράκια: Μάγκες το παρακάναμε, ως πότε θα καμακώνουμε...Γιατί, πεταγότανε κάποιος, μήπως στερεύει η θάλασσα από ψάρια και χταπόδια; Δεν στερεύει, αλλά θα μας ξεζουμίσουν οι λυσσάρες, δεν θ΄αντέξουμε στον αιώνα τον άπαντα... Αυτά λέγαμε στο κατάστρωμα, στην επιστροφή, κι΄εγώ χάζευα τους γλάρους που ακολουθούσανε το καράβι ώσπου να ορμήσουνε στ΄αποφάγια κι όσο πλησιάζαμε στον Πειραιά να νιώθω κι΄εγώ σκουπίδι για πέταμα...Πως θ΄αντίκριζα και τον πατέρα μου, άφραγκος,ώσπου να καλοπιάσω τη χήρα και ν΄αρχίσει το χαρτζιλίκωμα...Κι΄η μάνα μου, που όλο της έλεγα φούμαρα πως θα πιάσω τη καλή, μ΄αγκάλιαζε με τη στοργική ματιά της. Καλά να σαι παιδί μου κι΄έχει ο Θεός! Ποιός Θεός ρε μάνα, σκεφτόμουνα, καθώς έβλεπα κάποια πλουσιόπαιδα με τα σέα και τα μέα τους, να κυκλοφορούν γκόμενες-κανόνια Σύνταγμα-Κολωνάκι και τις νύχτες να τα σπάνε στα μπουζούκια, που εμείς δεν τολμούσαμε να μπούμε...Τί γκίνια, εμένα να μου χει τύχει πατέρας σοβατζής και μάνα μοδίστρα που δεν μπορούσε να ράψει ένεκα τα αρθριτικά...

 Τι τα σγαρλεύω τώρα, σαν τον κόκορα τις κοτσιλιές του, αλλά πως μπορώ να ξεχάσω ότι ανέκαθεν ζούσαμε σε μιαν αυλή, χαμοκέλα το σπίτι μας από πλίθρες...Ο πατέρας έφευγε κάθε πρωί με μια ταβανόβουρτσα κι΄ένα τενεκέ, αλλά δεν εύρισκε συχνά μεροκάματο. Κατέληγε στο καφενείο και η μάνα μου σκυφτή στη χειροκίνητη Σίνγκερ να στραβώνεται για να πληρώσουμε τα βερεσέδια μας... Μοναχοπαίδι ήμουνα, χαιδεμένο, και με το στανιό πήγα τρεις τάξεις στο γυμνάσιο και μετά, γκομενιλίκι με κάτι μισότριβες στη συνοικία κι΄ο ασπριτζής να μου φωνάζει "πασαλείμματα ρε ζωντόβολο, μπας και γκαστρώσεις καμιά και τότε αλίμονό μας"... Με τσάντιζε ο γέρος, γιατί δεν τήραγε τη στραβωμάρα του, που ούτε ελαιοχρωματιστής δεν είχε καταφέρει να γίνει...Ητανε καρδιακός βλέπεις, τρέμανε τα χέρια του, όπως τα φυλλοκάρδια της μανούλας μου...« Το παιδί και το παιδί » και τη φραγκοράφτρα έκανε για να΄χω κοστουμάκι Τρία Δέλτα στην ούγια κι΄όχι ντρίλινο σαν του πατέρα... Στη γειτονιά οι συνομήλικοί μου κάποια τέχνη μαθαίνανε, εγώ που ν΄ακούσω για συνεργείο ή μηχανουργείο, ούτε στο Προμηθέα δεν πήγα που ήθελε ο πατέρας. Όταν τελειώσω το στρατιωτικό, έλεγα, θ΄ανακατευτώ με το εμπόριο, θα φοράω κοστούμι και γραβάτα. Σιγοντάριζε κι΄η μάνα: Όχι στη μουτζούρα και στο μηχανέλαιο ο δικός μου γιός!

Από τη πρώτη μέρα που με πήγε ο πατέρας στο μπουρδέλο, η πρώτη που με δίδαξε τι εστί κεχρί, άρχισε να κελαιδάει σαν καρδερίνα κι΄εγώ πιάστηκα φλώρος στον καπατσέ...Είχε μεγάλη πλάκα, γιατί ενώ ο πατέρας πλήρωσε το ξεπαρθένεμά μου, η παστρικιά μου χωσε στη τσέπη ένα χαρτονόμισμα και μου πε: Ν΄ανάψεις αγόρι μου ένα κερί στην εκκλησία για το αμαρτωλό κορμάκι μου και να ξανάρθεις, χωρίς τον γέρο σου, θα σε περιμένω εξάπαντος... Αυτό λοιπόν ήτανε το ξεκίνημά μου και πάλι καλά που δεν εξελίχτηκα σε αγαπητικό! Να όμως που με μπάνισε η χήρα να λούζομαι. « Παναγιά μου ένα παιδί » πλάνταξε και μ΄έμπασε στη κάμαρή της για να μου δοκιμάσει μια αφόρετη – έτσι μου΄ πε – φορεσιά του μακαρίτη... Ενα παραθυράκι μας χώριζε, πατούσα στο πεζούλι και τσουπ στο κρεβάτι της σμιχτοφρύδας, που μ΄άρπαζε στα μπράτσα της σαν κεφαλοκλείδωμα Τζι Λόντου κι΄αναγκαζόμουνα να της κλείνω το στόμα για να μην ακούγονται στην αυλή τα αγκομαχητά της... Δεν λέω, καλά πέρασα, αλλά με τις τουρίστριες ήτανε καλύτερα, γιατί είχαμε το προνόμιο επιλογής σαν τους ψαράδες, που κρατούσανε από τα δίχτυα τους το πρώτο ψάρι και πετούσανε στη θάλασσα το δεύτερο...

 Είχαμε κι΄ένα φοιτητή στη παρέα, το Μηνά, από κείνους που όλο χρωστούσανε μαθήματα και ποτέ δεν φτάνανε στο δίπλωμα. Θα εξελιχθώ σε συνδικαλιστή κι΄αργότερα σε πολιτικό, έλεγε με αυτοπεποίθηση. Σίγουρα με ζήλευε, γιατί δεν είχε εργαλείο σαν το δικό μου, αλλά προσπαθούσε να επιβληθεί σ΄εμάς τα  «ημιμαθή όντα», όπως μας αποκαλούσε, με τις θεωρίες του. Συνήθως έλεγε και ξανάλεγε τα ίδια και τα ίδια, που έχουν αποτυπωθεί στη μνήμη μου και τα παπαγαλίζω καμιά φορά εξ ακοής και συνηθείας: « Με τις γυναίκες φτάνουμε ως την ακατάσχετη Mykonos6φιληδονία, λαγνεία και διαστροφή, ως την πλήρη πώρωση που κατακλύζει το μυαλό μας, που υποδουλώνεται απόλυτα στη σάρκα...»  Λέγε κι΄άλλα δόκτορα να εξυψώνεται το ηθικό μας, τον προκαλούσαμε κι΄ εκείνος συνέχιζε:   Και δεν είναι μόνο η γλύκα και η ηδονή, αλλά και η ικανοποίηση ότι έρχονται κουκλάρες από τα πέρατα του κόσμου για να τις βολέψουμε. Λίγο είναι αυτό, ρε κοπάνια, αν σκεφτείτε ότι η γενιά του πατέρα μας και των παππούδων μας, είχε ρέψει στη μαλακία ή πηδούσε στο μπουρδέλο, ενώ εμείς ξαπλάρουμε σε κρεβάτια πέντε αστέρων...  Δηλαδή βρισκόμαστε στον Παράδεισο, πεταγόταν ο Γιώργος ο Ζουμπάς, που ήτανε το πρώτο του καλοκαίρι στο νησί, της προσκολλήσεως ακόμη, όπως ένα κουτάβι... Κι΄εμείς, χασαπόσκυλα αργόσχολα, χωρίς αφεντικό, που γυροφέρναμε τις  σκύλες πολυτελείας... Κι΄ο Γιώργης ο Ζουμπάς, σκυλάκι άτολμο κι αχαμνό ακόμη... Ενώ εμείς, σκύλαροι...

Εκείνο τον καιρό η Μύκονος ήταν ο Παράδεισός μας. Σουηδέζες, Δανέζες, Αγγλίδες, Αμερικάνες, διάλεξε και πάρε, έμπα κι΄έβγα, μήτε προφυλαχτικό δεν opisthioπρολαβαίναμε να βάλουμε, νιώθαμε σαν τον βασιλιά ήλιο που αναζωογονούσε ότι φώτιζε...Κι΄όμως τέλη καλοκαιριού, όταν άρχιζε να μικραίνει η μέρα, εγώ τουλάχιστον πλακωνόμουνα από μελαγχολία και αβεβαιότητα, για να μη πω φόβο, για το φθινόπωρο που θα το ακολουθούσε ο χειμώνας...Έτσι αμπελοφιλοσοφούσα πάντα, ακόμη και για τους νησιώτες, που είχαν όμως μαζέψει σοδειά για τους μήνες της βροχής και του κρύου. Θ΄αράζανε στις φωλιές τους σαν προνοητικά μερμηγκάκια, ενώ εμείς για τίποτα δεν είχαμε προβλέψει...Το μέλλον μας ήτανε κάτι το άγνωστο για όλους εμάς τους κηφήνες, που κάθε καλοκαίρι φουσκώναμε σαν μπαλόνια και ξεφουσκώναμε το χειμώνα, λόγω έλειψης αέρα, δηλαδή τουριστριών...

- Αλλοι όμως στην ηλικία μας φροντίζουν για την αφεντομουτσουνάρα τους, αλλά και για την πατρίδα!

 Είχε πετάξει πάλι τη κοτσάνα του ο Θωμάς, που είχε υπηρετήσει στα υποβρύχια κι΄επειδή κρυφόβλεπε, τον φωνάζαμε μπανιστήρι, αλλά αυτός έλεγε πως του χε μείνει το συνήθιο από το περισκόπιο... Ποιό περισκόπιο ρε, γελούσε ο αρσιβαρίστας, αυτό που σε βάζανε να το γυαλίζεις; Τέτοια λέγαμε, ανάσκελα στις ξαπλώστρες στο κατάστρωμα, παριστάνοντας επιβάτες πρώτης θέσης, αλλά κανένας δεν ενδιαφερότανε ποιοί είμαστε και που πάμε... ΄Ενας μαλάκας περνούσε με το τρανζίστορ στη διαπασών, μια γυναικούλα προσπαθούσε να συμμαζέψει το άτακτο μυξάρικό της, πολλά γυναικόπαιδα στο πλοίο, που πιανε και σε άλλα νησιά... Αγονος γραμμή που λένε, αλλά πιό άγονοι εμείς... Τέλος εποχής για τους παραθεριστές και για το καμάκωμα... Δεν είχα όρεξη να μιλάω, να βλέπω, ν΄ακούω, αλλά το Περισκόπιο με τσίγγλαγε: Ακουσες τι σου΄ πα; Αλλοι είναι οι ξύπνιοι! Να, εκείνοι οι δυό με τις Γερμανίδες, που έχουνε και καμπίνα.

– Χαρά στο πράμα...

Ο Θωμάς γητεμένος από τους δυο γνώριμούς του, εξακολουθούσε να τους εκθιάζει:  Μορφωμένα παιδιά, φοιτητές στη Γερμανία...Μου είπανε σπουδαία λόγια για τον σοσιαλισμό και τη νέα τάξη πολιτικών που πρέπει να σβύσει από το χάρτη τους παλιούς προσκυνημένους... Μεγάλη μόρφωση σου λέω, ανανεωτικές ιδέες!

- Σαχλαμάρες... Εγώ άκουσα ότι υπάρχουν κάτι τέτοιοι φοιτητές αραγμένοι σε ελληνικά καφενεία και παίζουν μπαρμπούτι με τα μάρκα που τους φέρνουνε κάποιες χαμουρόξανθες...Βγάζουνε και λόγους για εγγραφές μελών προς σωτηρίαν της πατρίδας...Εγώ ξέρεις τί κατάλαβα; Ότι αυτοί οι νεοσωτήρες πασχίζουν να σώσουν τα τομάρια τους... Πριν πάρουνε δίπλωμα και βγάλουνε ψωμί, θέλουνε να φάνε το δικό μας...Ούστ οι παγαπόντηδες...

- Αυτοί τουλάχιστον, έχουνε τη γνώση στο κεφάλι κι΄όχι στα μπατζάκια τους...

 – Δε με χέζεις Περισκόπιο! Κάθε τέλος εποχής κι΄όλο κάποια μαλακία θα πετάξεις...

 – Εγώ πήρα την απόφαση και θα οργανωθώ μαζί τους, είπε ο Θωμάς και σήκωσε το χέρι του για ν΄ανταποδώσει από μακριά τη χαιρετούρα τους...

[selida]

Ξάπλωσα πιό άνετα κι΄έκλεισα τα μάτια στον προστάτη – βασιλιά μας ήλιο, που καλούσε κάθε καλοκαίρι τις τουρίστριες στο νησί – παλάτι του κι΄εμείς οι υπήκοοί του, τις εξυπηρετούσαμε...Δηλαδή, είχαμε εξελιχθεί σε ερασιτέχνες ψιλικατζήδες κι΄όχι επαγγελματίες, σαν εκείνους τους δυο, που καλουπώνανε το μέλλον της χώρας με πρόθεση να γίνουν στελέχη της Αλλαγής...

Ενιωσα σκιά στα μάτια, ήταν ο Μάκης ο Αλογομούρης. Κάτι ήθελε να μου πει, πάντα με συμβουλευότανε , κυρίως για μαλακίες...

– Μολόγα τα, μολόγα τα, κριθάρι για τ΄αλόγατα, άρχισε να τον πειράζει ο Θωμάς.

 Κάθησε ο Μάκης και το ξεφούρνισε:

-Ρε σεις, γιατί έχουμε το νου μας όλο στο κεχρί και δεν φροντίζουμε να τυλίξουμε μια κονομημένη νύφη;

- Και ποιά μας θέλει, εμάς τα ρεμάλια;

– Ρεμάλι ξερεμάλι, εγώ βρήκα μια με δικό της διαμέρισμα και μισό ταξί προίκα!

– Τί λες ρε Μάκη, εσύ το λεύτερο πουλί θα μπεις σε κλουβί;

-Θα μπω, γιατί η λεγάμενη είναι διορισμένη και στο δημόσιο!

Ο Θωμάς άρχισε να γελάει: Μολόγα τα, μολόγα τα, κριθάρι για τ΄αλόγατα...

Ξανάκλεισα τα μάτια, αμπελοφιλοσοφώντας: Την εποχή των γονιών μου οι γυναίκες ήσαν υποταγμένες σε ένα και μόνο άντρα. Σήμερα τα πράγματα αλλάξανε κι΄όχι μόνο οι ξένες αλλά και οι δικές μας πηδιούνται αβέρτα πάνγκα με τον ένα και τον άλλο και μετά αράζουνε σε κάποιο Μάκη...

- Ωστε δεν το εγκρίνετε, θύμωσε ο αλογομούρης και σηκώθηκε. Ζηλεύετε, είπε, κι΄απομακρύνθηκε.

– Ρε συ, χαμογέλασε ο Θωμάς, θα κατάλαβες ποιά είναι η νύφη...Η Φανούλα η Παρταόλα, που δουλεύει τα καλοκαίρια στο Τουρισμό κι΄ο ταξιτζής πατέρας της τάζει μισό ταξί για να την ξεφορτωθεί...Κρίμα το παιδί, θα το δέσουνε στο τιμόνι και δεν θα ξαναδεί Μύκονο...

Καλοκαίρι με καλοκαίρι η Μύκονος έπαιρνε τα πάνω της και να θαλαμηγοί, κρουαζιερόπλοια, ιδιωτικά τζετ, σταρ και λεφτάδες, μετρ της ραπτικής,της κομμωτικής και ξέκωλες... Και ξωπίσω οι παπαράτσι. Και νυχτερινή ζωή σε στέκια και μαγαζιά, που την προηγούμενη χρονιά ήσανε του σιναφιού μας και ξαφνικά γινόντουσαν αδιάβατα για μας τα πετεινά του ουρανού, που σαν τα γλαροπούλια είχαμε μάθει να τσιμπολογάμε φτηνιάρικα...Ψωμοτύρι, ντοματοσαλάτα,  σουβλάκι, ένα καρτούτσο ρετσίνα και φέτες καρπούζι με το σουγιά στην αμμουδιά...

Κι΄ενώ οι γκόμενες τη βγάζανε τις προηγούμενες χρονιές μ΄ένα μπλουτζίν κι΄οι ντόπιες μ΄ένα τσιτάκι, τώρα ο Γαλάτης τις προκαλούσε με ακριβά φουστάνια και μεταξωτές εσάρπες, που είχανε φορέσει και ποζάρει η Ελίζαμπεθ Τέηλορ και η Σοράγια...Κι΄όλα αυτά ταιριάζανε, λέει, με ουίσκι, βότκα, τζιν, τεκίλα, αλλά και μαριχουάνα, κοινώς χασισάκι κι΄άλλα διεγερτικά αποχαυνωτικά  και τα τοιαύτα... Στις ταβέρνες και στα εστιατόρια οι τουρίστες εξακολουθούσανε να πέφτουνε σαν τις ακρίδες, αλλά οι τιμές όλο κι΄ανεβαίνανε και τις νύχτες, αν δεν είχες χρήμα, χάζευες από το σκοτάδι το φως, εκεί που άστραφταν τα φλας των παπαράτσι...

Δεν μπορούσα, εγώ τουλάχιστον, να καταλάβω αν το νησάκι μας – δικό μας το νιώθαμε πιά – μετάλλαζε από το χειρότερο στο καλύτερο ή τ΄ αντίθετο. Γιατί εμείς το χαβά μας, σαν σκύλοι κολλημένοι στις σκύλες, που δεν τις ενδιέφερε η αλλαγή του κρασιού με το ουίσκι, γιατί το μόνο που ψάχνανε να βρούνε ξεκινώντας από kolosgeiμακριά, ήταν ο ήλιος, η θάλασσα και η γλύκα στα σκέλια τους...Έτσι κι΄εγώ ανήκα σε ένα από τα τρία βασικά συστατικά που απολάμβαναν οι Σουηδέζες – αυτές ήταν η αδυναμία μου – χωρίς να παίρνω χαμπάρι κάτι παιδαράδες που μπαινοβγαίνανε στα κότερα, στις βίλες και στα πριβέ πάρτι...Τότε η παρέα άρχισε να ψυλλιάζεται ότι άλλοι ήσαν οι αστακοί, κι εμείς η μαρίδα που τσιτσίριζε στο τηγάνι... Καμάκια της φτήνειας είμαστε, σαν κάποιους πατηρογυμνόκωλους που κογιονάραμε...

Εκείνο το καλοκαίρι, που είδα τις πρώτες άσπρες τρίχες στα μαλλιά μου, κατάλαβα ότι κάτι μετάλλαζε στο νησί, αλλά και στη παρέα. Οι τουρίστες ξεπερνούσαν τις τουρίστριες. Εγώ, πάντως, φτου να μη βασκαθώ, καλά κρατούσα, παιδαρέλι ήμουν ακόμη. Κανα πεντάμηνο-εξάμηνο τραβιόμουνα συνήθως με Σουδέζες, που κάποιες μένανε σε ξενοδοχείο ακριβό, άλλες σε δωμάτια, όλες τους όμως είχανε βιβλιάριο ή κομπόδεμα, μερικές μόνο τη κορμάρα τους... Με τις ματσωμένες ξάπλωνα στMykonos3ο ξενοδοχείο, με τις  φτηνιάρες  σε κοινόβιο ή  στην αμμουδιά... Κι εκεί, με μια κουβέρτα κάτω από τ΄αστέρια, αναρωτιόμουνα πως θα την έβγαζα το χειμώνα χωρίς τη γκόμενα, που κοιμότανε δίπλα μου του καλού καιρού και με είχε συνηθίσει στα ξένα τσιγάρα, στο ουισκάκι και στο αραλίκι μου... Ακόμη και η χήρα το χειμώνα, με είχε καλομάθει στο ταξί, το λεωφορείο δεν το μπορούσα, το τρόλει το ανεχόμουνα...Αυτά σκεφτόμουνα δίπλα στην Ανίτα Έκμπεργκ μου και μήτε άλλαζα πλευρό, μπας και ξυπνήσει και μου ζητάει φτου κι από την αρχή χάνκι πάνκις...

Τότε ήτανε που συνάντησα τον Αποστόλη τον Πίτσιπίτσι, μα έκανε πως δεν με είδε, γιατί έβγαινε από ένα κότερο μ΄ένα γκέι, όπως φαινότανε... Επεσα κατάφατσα πάνω του, αναγκάστηκε να μου μιλήσει. Ηλιοψημένος, ντυμένος φιγουρίνι, με χρυσαφικό παντού.

-Μπράβο Αποστόλη; Γι αυτό χάθηκες από τη κολώνα πιάτσα ... 

- Τώρα εισήλθα στο εφοπλιστικό κύκλωμα, καμάρωσε σαν γύφτικο σκερπάνι κι απομακρύνθηκε βιαστικά για να μη μου συστήσει το κουνιστό πουρό...

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή μου έστριψε το τσερβέλο, γιατί ένιωσα ταπεινωμένος. Ακούς εκεί ο σκατόβλαχος να φοράει ρολόι, δαχτυλίδι, καδένα, ταυτότητα, ολόχρυσα... Είχα ζαλιστεί, κάθησα σ΄ένα πεζούλι να συνέλθω... Στην ώρα του  κι ο Τζίμης, που΄ ρθε δίπλα μου και για πρώτη φορά πρόσεξα ότι έμοιαζε φτωχαδάκι σαν και μένα, συγγενής της συνομοταξίας των καμακιών... Μπατιράκια δηλαδή, βιοτέχνες ας πούμε, μπροστά σε βιομήχανους...Κάτι σαν μεροκαματιάρηδες ενώπιον εισοδηματιών...Φαίνεται πως παραμίλαγα, γιατί το φιλαράκι μου πε:

-Τί μουρμουρίζεις ρε; κι εγώ το παθαίνω συχνά κι΄έχω εφιάλτες στον ύπνο μου, γιατί με τρώει το σαράκι πως θα τη βγάλω στο μέλλον με τράκες και δανεικά. Ετσι δεν είναι;

Τον χαζοκοίταζα λες και ξυπνούσα από λήθαργο, δίκιο είχε. Κι αυτός κι εγώ τσιγαριζόμαστε στο ίδιο τηγάνι σαν μαρίδα στο καλντερίμι μMykonos5aε τη τσίκνα, ενώ τα χρυσόψαρα  στα κότερα και στις βίλες με τις πισίνες... Το λιμανάκι που άλλοτε λικνίζονταν βαρκούλες, τώρα είχε πήξει κότερα. Και σ΄αυτά, ο Αποστόλης κι΄ οι αλλοι βαρβάτοι... Με χτύπησε στη πλάτη με συμπόνια κι΄έφυγε γιατί πλησίαζε η Δανέζα, δεύτερο πράμα...Τελευταία είχε προσκολληθεί πάνω της σαν μύδι σε σκουριασμένη καρίνα...Τον σχολιάζαμε εμείς με τις ψηλοκάπουλες κι αφράτες γκόμενες, αλλά αυτός το΄χε πάρει απόφαση να τη στεφανωθεί και να την αράξει στη Κοπενχάγη...

Εβγαλα τα ματογυάλια και καθώς τα σκούπιζα, παρατηρούσα με προσοχή τους περαστικούς και τότε!!! Τότε κιαλάρισα μερικούς κι΄όχι μόνο τους γυμνόκωλους με τα σακίδια στη πλάτη, αλλά τα καλιαρντά στα σκάφη και στις θαλαμηγούς... Έδωσα μιά παλαμιά στο κούτελό μου το κλούβιο, γιατί μόλις εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι η Μύκονος είχε πλημμυρίσει από κουνοκώληδες... Να ρε μαλάκα,είπα, σου βαλε τα γυαλιά ο Αποστόλης που βρομούσανε τα τσουράπια του στο θάλαμο...

Δεν πρόσεχα πιά τις τουρίστριες αλλά μόνο τους τουρίστες, ψάχνοντας να εντοπίσω άντρες που αποζητούσανε άντρα... Τριγύριζα στη παραλία και στα σοκάκια, έχοντας ξυπνήσει από ύπνο βαθύ. Βρε σε τί βαθιά μεσάνυχτα βρισκόμουνα...Ο ένας στους τρεις περαστικούς κουνιότανε βρομοκοπώντας αρώματα. Μου ρχότανε αναγούλα, γιατί φανταζόμουνα τους πισινούς τους τριχωτούς ή ξουρισμένους κι ούτε που μπορούσα να διανοηθώ ότι το εξαίσιο μέλος του κορμιού μου θα γινότανε σχοινοκαθαρτήρας τους...Πα, πα, πα, αηδίαζα μόνο και που το σκεφτόμουνα...

Παρακάτω ο αρσιβαρίστας με τα πενήντα εκατοστά μούσκουλα στά μπράτσα. Τον ατάκαρα πριν μου μιλήσει:

-Το ξέρεις πως το νησί έχει γίνει κουνοτράμπαλο; Φράκαρε από λουμπίνες.

-Τώρα το πήρες χαμπάρι;

Λες η περιέργειά μου, λες οι συγκυρίες ή το τάιμινγκ, γιατί  η δικιά μου είχε πετάξει για Στοκχόλμη, ξεκίνησε η καινούργια μου καριέρα...Το ίδιο βράδι φόρεσα το κολλητό μου λινό παντελόνι, που μόστραρε ανάγλυφα τα αποτέτοια μου και μπούκαρα στο πιό ακριβό μαγαζί για γκέι. Παράγγειλα σκατς ον δε ροκς και κάθησα στο σκαμπό του μπαρ πισόπλατα, με ανοιχτά τα σκέλια...Οι αντιδράσεις κάποιων θαμόνων ήσαν αστραπιαίες. Να μη τα πολυλογώ, αρχίσανε κάποια κεράσματα, ένας τρίφτηκε πάνω μου και με ψιλάφισε κι΄ όλας, τάχα κατά λάθος: οου, εξκιούζμι. Μετά δεν θυμάμαι τίποτα...Ούτε κατάλαβα πως βρέθηκα γδυτός σε κάτι μαξιλάρες κι΄ένας φακιδιάρης να με ταίζει στο στόμα θαλασσινά, σαν πουλάκι.. Ενας άλλος κερνούσε σε κρυστάλλινα ψηλά ποτήρια,σαμπάνια... Παρφουμαρισμένοι και φτιασιδωμένοι κι οι δυο, ο ένας με ρομπ ντε σαμπρ κι ο άλλος με σουτιέν μέσα από πουκαμίσα- φόρεμα, δεν ξέρω τι ήτανε, πάντως πούστηδες ήσανε,που αργότερα τους βαφτίσανε εξαμερικανισμένα, γκέι...

Τους θυμήθηκα...Στο μπαρ με είχανε ψωνίσει,ο Εγγλέζος με τον μπάτλερ του, που με κερνούσανε και καθώς με είχανε κάνει σκνίπα μου χαρχαλεύανε το εξωγκομένο φερμουάρ...Από καμάκι που μουνα με καμακώσανε και με φέρανε στο κότερο... Ηθελα δεν ήθελα υπέκυψα στα γούστα τους από τη στιγμή που ο λόρδος έβγαλε από το χέρι του το χρυσό ρολόι και το πέρασε στο δικό μου... Ο άλλος, κουνάμενος -σινάμενος κι΄αυτός, μου έρριξε στα πόδια ένα τσεκ επιταγών κι΄άρχισε να μου τα φιλάει ως τα γόνατα, αλλά τον σταμάτησε γρυλλίζοντας από πόθο ο αφεντικός του, γιατί από κει και πάνω με ήθελε δικό του...Τι Πίπης, τι λόρδος, την ίδια δίψα είχανε κι΄άφησε τους σκηνοθέτες να μοντάρουνε ρομαντικές σκηνές μετά ευαίσθητης μουσικής υπόκρουσης, στο    " θάνατο στη Βενετία ".  Με  ξεζουμίσανε στο ρούφα, ρούφα...

Οταν οι μάγκες με βρήκανε στο στέκι των γκέι βουτηγμένο στο χρυσαφικό, αντί να χαρούνε, πλαντάξανε στο αχ και βαχ, γιατί μόλις τώρα καταλάβαιναν πως είχανε χάσει τα καλύτερα χρόνια της ζωής τους με φτηνοδωράκια...Τους κερνούσα αβέρτα πάνγκα και με μιάς γίνανε υποτακτικοί μου και προσαρμοστήκανε στα νέα χόμπι και ήθη του νησιού. Τους γλεντούσα: Ρε φιλαράκια, τα μεταξωτά βρακιά θέλουνε επιδέξιους κώλους και οι οι κώλοι εργαλείο από ατσάλι! Γελούσανε χαζοχαρούμενα κι ο μπάρμαν ο Ζανό, ρίχτηκε στο μπρατσωμένο:

-Νταλεκουάλε με σένα ήταν ο Ζαν Μαρέ, πριν αρχίσει να πουρεύει πρόσφατα...

Ευκαιρία να λύσω κάποιες απορίες μου:

- Μεσιέ Ζανό...

- Λέγε με μαντάμ, εγώ θα καταλάβω...

- Εντάξει μαντάμ, μπορείς να μου πεις τι ωθεί τόσους άντρες στην ομόφυλο έλξη;

- Χα, χα, χαχάνισε η Φραγκολεβαντίνα συκιά και αποφάνθηκε: Η επιθυμία του πατέρα να γεννήσει η γυναίκα του κορίτσι, που πραγματοποιείται κατά το ήμισυ...

- Εγώ νόμιζα οι ορμονικές διαταραχές...:

- Να μη νομίζεις τίποτα, ανεξερεύνητες οι βουλές του πλάστη μας...

Κολλητός λοιπόν λόρδου, ποιός μ΄έπιανε! Τους παλιούς φίλους άρχισα να τους βλέπω σαν ξοφλημένα καμάκια. " Παίδαρε είσαι κι ο πρώτος " μου φωνάζανε κι ο λογαριασμός πήγαινε στον μπάτλερ, που του΄ γνεφα να ξηλώνεται...Ενιωθα σαν τον Κολοσσό της Ρόδου, εγώ ο χλεμπονιάρης του ένα κι΄εβδομήντα, μπροστά στο γονατιστό μιλόρδο...Του πέφτανε τα σάλια και στην εμφάνιση και μόνο της αντροσύνης μου, κι εγώ καμάρωνα." Πύραυλε " βόγγαγε κι ο μπάτλερ που  μου φιλούσε τις φτέρνες, που περισσεύανε στο κρεβάτι της κουκέτας...

Ολα μου' ρχονται στο νου και δεν ξέρω αν πρέπει να περηφανεύομαι εγώ ο γιός του ασπριτζή, που ξεκίνησα από χαμηλά και τώρα βόλευα όχι μόνο τον φακιδιάρη λόρδο, αλλά προχώρησα πολύ ψηλότερα, σε επώνυμους καλλιτέχνες, γιατί η φήμη μου απλωνότανε...Οι γκέι είναι σαν τις πουτάνες,έλεγε ο Μηνάς ο φοιτητής,που δεν μπορούν να κρύψουν το χάρισμα του αγαπητικού τους και τον παινεύουν...

Ετσι κυριάρχισα στη καλοκαιρινή Μύκονο, για να ταξιδέψω και να βρεθώ σε πολυτελείς σουίτες και θερμαινόμενες πισίνες, ανάμεσα σε μιλιονέρους, κομμωτές και μόδιστρους. Ως και σε μέγαρα χολιγουντιανών σταρ έφτασα! Κάποιους που skertsoέβλεπα πριν στο σινεμά και στα περιοδικά, τώρα τους είχα στα πόδια μου κι΄άντε να πιστεύουν οι θαυμάστριές τους ότι τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας ή ότι ο κύκνος ξεψυχάει σαν την Μαργκό Φοντέιν...Δεν θα ξεχάσω το βίτσιο του διάσημου παρτενέρ της, που σπαρταρούσε και ούρλιαζε να του δαγκώσουνε το το κατωχείλι, για νά΄ναι ασορτί με το πάνω! Κι΄ένας άλλος, Γερμανός αυτός, που τον ερωτευότανε στο σινεμά η Σίσυ, μπούκωνε το λαγό και μούγκριζε σαν γελάδι...

 Οχι να το παινευτώ, αλλά είχα γίνει ο σταρ του σεξ, που έδινε αυτόγραφα και φωτογραφιζότανε με Σοράγιες και Λιζ Τέηλορ, με Νιάρχους και Νουρέγιεφ, τον Χαριτάκη, ακόμη και με τον μετρ Γαλάτη! Τόσο αψηλά είχα ανεβεί... Θυμάμαι που είχε περάσει από τη Μύκονο ο Τένεσι Ουίλιαμς και ο Μηνάς μου είπε: Αυτός είναι πιό διάσημος κι από τον Τσαρούχη, αλλά εγώ σημασία δεν έδωσα...

- Ρε Μηνά, τον ρώτησα, εξήγησέ μου πως έμπλεξα εγώ με τους σερνικοθήλυκους;

Με κοίταξε με θαυμασμό και ζήλεια, ξέροντας ότι σταρ των σταρ είχανε σκύψει μπρούμητα ενώπιόν μου...

Τα θυμάμαι όλα αυτά τα τόσο σημαντικά για μένα, τώρα που χάνω βάρος και δυνάμεις στον απομονωμένο θάλαμο του νοσοκομείου...Ολοι μ΄έχουνε ξεχάσει, εκτός από τη χαροκαμένη μάνα μου:ευτυχώς ο πατέρας πέθανε...

Από τους φίλους τους παλιούς ήρθε μόνο ένας, που μου φερε ερυθρόλευκες πιτζάμες, το χρώμα της ομάδας μας.Αυτός ο παλιός αρσιβαρίστας , καθώς τις φόρεσα με δυσκολία και ανασηκώθηκα στο κρεβάτι,τάχα ντούρος,με κοίταζε αμήχανα και σίγουρα μόλις θα φευγε θα βαζε τα κλάματα...Η μάνα μου τον ευγνωμονούσε με τα μάτια της, που με θυμήθηκε. Τον ρώτησα για τους άλλους κι΄άρχισε τα ευτράπελα για να με κάνει να γελάσω: Ο Τζίμης στεφανώθηκε τη Δανέζα που πίνει σαν σφουγγάρι, ο Γιώργος άνοιξε σουβλατζίδικο κι΄έχει γίνει εκατό κιλά, ο Μάκης τιμόνι κι΄άλογα, ο Θωμάς αφισικολλητής, πάει για κλαδικός...Ο Μηνάς, δεν ξέρω που κοπροσκυλάει...Οσο για μένα, συνεταίρος σε γυμναστήριο. Οταν βγεις με το καλό, θα κάνουμε όλοι ένα γλέντι, να θυμηθούμε τα παλιά...

Τι να πρωτοθυμηθώ...Αυτά που έκανα ή εκείνα που δεν πρόλαβα να κάνω; Οπως ν΄αποτελειώσω το βιβλίο που μου έδωσε ένας γιατρός κι αναφέρεται στον Τένεσι Ουίλιαμς...Κι΄όμως είχα δει κάποια έργα του στο κινηματογράφο, χωρίς να συγκρατώ το όνομα του συγγραφέα, γιατί τότε  με  θαμπώνανε οι Τζέιμς Ντιν,  Μάρλον Μπράντο, Μοντγκόμερι Κλιφτ, Πολ Νιούμαν, Ρίτσαρντ Μπάρτον, Μπαρτ Λάγκαστερ! Τις πρωταγωνίστριες,  δεν τις πολυπρόσεχα, γιατί ήσανε σιτεμένες ή παρανοικές, σαν την Βίβιαν Λι... Σημειώνω στο βιβλίο, με κόκκινο μολύβι, αποσπάσματα του Ουίλιαμς: "Ολοι είμαστε καταδικασμένοι στη μοναξιά μας"... "Χτυπούσα τις πόρτες ώσπου μάτωσα..."  "Τα αρπακτικά πουλιά αναποδογύριζαν τα νεροχελωνάκια, που μόλις είχανε σκαρίσει από τα αυγά και καταβρόχθιζαν τα σπλάχνα τους... " Πιό πολύ βρομάει η ψευτιά..." "Αιχμαλώτισαν την ινγκουάνα, να την ταίσουν, να την παχύνουν και να τη φάνε..." "Είχαν καταβροχθίσει τα μέλη του γυμνού αγοριού,πάνω στον άσπρο τοίχο..." " Υπάρχει ένα πουλί χωρίς πόδια,που πετάει συνεχώς μέρα και νύχτα,ώσπου ν΄αποκάμει και να πέσει νεκρό..." "Ο άρχοντας των νεκρών μου παίρνει τη ζωή..."

Αρχοντά μου, γιατί δεν μου δίνεις τον καιρό και την ευκαιρία να διαβάσω όλα τα βιβλία του Τένεσι Ουίλιαμς, που όταν είχε επισκεφθεί τη Μύκονο σημασία δεν του΄ δωσα, αντί να τρέξω να πέσω στα πόδια του, να τα φιλήσω...

Εχω μαζευτεί στο κρεβάτι μου κουβάρι και σίγουρα το κεφάλι μου θα μοιάζει αποστεωμένο καύκαλο πουλιού...Δεν βλέπω πιά τη φάτσα μου στο καθρέφτη, αποφεύγω ν΄αντικρίσω την κατάντια και συμφορά μου...Δεν έχω το κουράγιο να λυπηθώ τον εαυτό μου, που βουλιάζει και εξαερώνεται μέρα με τη μέρα...Ευτυχώς η συρρίκνωση του κορμιού μου, που το βυζαίνει ο θάνατος όπως τρώει το σαράκι το ξύλο, δεν με πονάει, δεν με βασανίζει...Νιώθω όπως τότε με το μεγάλο πυρετό, που με μάλαζε ο Πίπης...Αλήθεια, τί να γίνεται εκεί κάτω στα αποστεωμένα μπούτια μου, εκείνος ο μασκαράς, ο αίτιος του κακού που με βρήκε...

Βοήθεια, βοήθεια, σώστε με, θέλω να φωνάξω, μα δεν μπορώ να σαλέψω ούτε τα χείλη μου...Αχ και να κάτεχα, έστω για μια στιγμούλα, να σηκωθώ και να φέρω μιά βόλτα,μια ζειμπεκιά, όπως τότε που με θαύμαζε ακόμη κι ο Νουρέγιεφ! Η, να τραγουδήσω για ύστατη φορά, σαν το πουλί πριν πεθάνει...Λες να υπήρξα κι΄εγώ ένα πανέμορφο πουλί, που έχει διαλέξει τη στιγμή που θα ξεψυχήσει;

Κατάμονος, τις πρωινές ώρες, πριν βγει ο ήλιος...Οι νοσοκόμες θα με τυλίγουν στο κατάλευκο σεντόνι και θα εστιάζουν τη περιέργειά τους στο χαρισματικό μέλος του κορμιού μου... Σαν πουλί χωρίς πόδια πετούσα κι΄εγώ αδιάκοπα, ώσπου απόκαμα και πέφτω να καρφωθώ πάνω στο σουβλερό αγκάθι... ΤΕΛΟΣ

                                              dulexofilo     αυτό που διαβάσατε υπάρχει  στο βιβλίο    << η ντουλάπα της γιαγιάς >> του Δημήτρη Λιμπερόπουλου - εκδόσεις Γιάννης Βασδέκης

xipis1 Vakis

ο Σταύρος Ξαρχάκος, που οι φίλοι τον λέγανε Βάκη, το χίπικο μουσικοχορευτικό τσούρμο του και ο ρεπόρτερ στη Μύκονο την εποχή των Παιδιών των λουλουδιών... 

κλικ εδώ : ΙΟΛΑΣ ο γιός του Σατανά

 κλικ εδώ για το κεφάλαιο ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑ και διάσημοι γκέι 

PerkinsAnt HantsonRok LouganisGr famous2 TsakirisG TsaberlR

Αντονυ Πέρκινς - Ροκ Χάντσον- Γκρεγκ Λουγκάνης - Κάρολος Κουν- Τένεσι Ουίλιαμς- Τζορτζ Τσακίρης - Ρίτσαρντ Τσάμπερλεν

προστέθηκε στις: Σάββατο 16.04.2005

 
 

:: αρχική :: προφίλ :: επικοινωνία :: εικόνες

© Δημήτρης Λιμπερόπουλος :: ...Webmaster