.  » αρχική σελίδα

 :: Επιλέξτε θέμα προς προβολή ::



Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΑΡΑΚΑ (0 Αθάνατος) κεφάλαια 18-22 ΤΕΛΟΣ

18. υπερπρόοδος και απόγνωση 

oAthanat100 Τα χρόνια κυλούσαν αργά και μονότονα για τον άλλοτε δραστήριο  διάσημο και  κραταιό Μαρακά και τωρινό οκνηρό άγνωστο  Τοσναθάα, που  με τους ξανανιωμένους φίλους  του είχαν αλλάξει πόλη διαμονής τρεις φορές σε 35 χρόνια. Γιατί  πάντοτε ζούσανε στο φόβο πως θα προκαλούσανε τη περιέργεια και  τα σχόλια  των  γειτόνων τους, που θα  τους βλέπανε αγέραστους. Πιό άγευστη ζωή δεν πέρασα ποτέ όσο αυτά τα άχαρα χρόνια, έλεγε ο Μαρακά κι΄ο Οσλάο απόφευγε να τον στενοχωρήσει υπενθυμίζοντάς του ότι και τότε που διαφέντευε την Λιμπερτά, δεν  είχε δει ποτέ να σκάει χαμόγελο στα χείλη του. Μετά ένα υπουργικό συμβούλιο, μιά ομιλία στη Βουλή. μιά κοινωνική εκδήλωση, μιά περιοδεία, ένα ταξίδι στο εξωτερικό, μιά κατάθεση στεφάνου, αποσυρότανε  σαν χελώνα στο καβούκι της... Είχε πατήσει σε κόκκινα καρπέτα, του παρουσίαζαν όπλα, άκουγε προς τιμή του τον εθνικό ύμνο, τον είχαν προσφωνήσει  οι μεγαλύτερες πολιτικές προσωπικότητες της εποχής του, τιμές και δόξες! Κι΄όμως, ποτέ δεν είχε  δει το πρόσωπό του ευτυχισμένο, εκτός τη νύχτα που νικούσε στις εκλογές... Ο χωροφύλακας φρουρός, ο σωφέρ του, ο κηπουρός, απολάμβαναν τις μικροχαρές και μικροαπολαύσεις,  ενώ αυτός μαγκούφης και στριμένος, μόνο με κάτι καουμπόηκες ταινίες στο καθιστικό του "ζούσε" σεναριογραφήματα άλλων... Τελευταία ο παλιός υπηρέτης, τωρινός φίλος, αναρωτιότανε γιατί επεδίωξε ο αφέντης του παράταση  ζωής  αφού δεν είχε τη διάθεση να ζήσει τις μικροχαρές των απλών ανθρώπων, τις οποίες είχε στερηθεί αφοσιωμένος στη πολιτική. Κατάληγε στο συμπέρασμα  ότι ακόμη κι΄αν ήταν ενύπνιο μετά θάνατον, πάλι το αγέρωχο αφεντικό του δεν έκανε καμιά προσπάθεια να μπάσει στο όνειρό του  τις χαρές  των θνητών ανθρώπων... Καμιά φορά λες και μάντευε τη σκέψη του ο Μαρακά, απολογιότανε: Και να θέλω να ζήσω ότι στερήθηκα είναι πολύ αργά, γιατί δεν υπάρχει πιά συναίσθημα  σε ένα κόσμο   που διαφεντεύουν τα αναίσθητα ρομπότ. Όσο προοδεύουν τα κομπιούτερ, τόσο μένει πίσω ο άνθρωπος... Βλέποντας ο μεγάλος τον υποταχτικό του να διαβάζει ακόμη και Μαρξ, χασκογελούσε:

- Βρε όρνιο των Άνδεων, είναι πολύ αργά για τέτοιες ταξικές φιλοσοφίες και τακτικές, γιατί η πάλη των τάξεων έπαθε ανακοπή. Στη θέση της μπήκε η πάλη της απόλυτης αυτοσυντήρησης, του δώσε ημίν σήμερον,  στη πιό δραματική φάση της ανθρωπότητας. Η πληροφορική μέσω των ηλεκτρονικών υπολογιστών έχει εξοντώσει ακόμη και τις ιδέες στα κιτρινισμένα βιβλία... 

-Δεν είδες αφεντικό, οι νεολαίοι καίνε  τις δημόσιες βιβλιοθήκες, οι μαθητές και οι φοιτητές  κυνηγούν  τους καθηγητές, σχολεία και πανεπιστήμια κλείνουν... Σινεμά,  θέατρα, γήπεδα δεν λειτουργούν, συναυλίες   δεν γίνονται,  οι αλητόβιοι κυριαρχούν στους δρόμους με αγριότητα και βία.

- Ούτε πετούμενα τ΄ουρανού δεν υπάρχουν πιά και πως να υπάρχουν σε μιά πόλη από τσιμέντο, σίδερο και γυαλί, χωρίς πράσινο και λουλούδια... Ούτε οικιακά ζώα... Χρόνια έχουμε ν΄ακούσουμε νιαούρισμα και γαύγισμα, μόνο βούισμα ελικοπτέρων... 

                                                       ********************* 

Η  ηλεκτρονική  προχωρούσε τόσο γρήγορα, που ο Μαρακά σκεφτόταν ότι ο πρώτος ηλεκτρικός λαμπτήρας, το πρώτο τηλέφωνο, το πρώτο ραδιόφωνο και η πρώτη τηλεόραση, δεν ήσαν τίποτα μπροστά στα θαύματα που κατακλύζατε τον καινούργιο αιώνα. Πριν δεκαετίες, ο Αϊνστάιν είχε προβλέψει πως η απελευθέρωση της δύναμης από τη διάσπαση του ατόμου θα άλλαζε την όψη του Πλανήτη μας. Τώρα, η ανθρωπότητα  ζούσε την εποχή της πυρηνικής σύντηξης με τα  πυρηνοθερμικά εργοστάσια, εστίες πάνδημου τρόμου. Οι  προηγμένες δυνάμεις συγκέντρωναν ουράνιο-απειλή παγκόσμιου ολοκαυτώματος. 

Στο παρελθόν  οι μαθητές  είχαν ένα παραγεμισμένο πρόγραμμα μαθημάτων που δεν θα τους χρησίμευαν στη ζωή τους. Τον εικοστό πρώτο αιώνα, οι μαθητές, ακόμη και του Δημοτικού, είχαν εγκλωβιστεί τόσο βαθειά μέσα στους  υπολογιστές  που κανένα εκπαιδευτικό σύστημα δεν τολμούσε να τους ανασύρει από την ακινησία μπροστά στον υπολογιστή. Καμπουριαστή η νέα γενιά, σκυμένη στα πλήκτρα, έλεγε ο Άραβας Ελ Μαχρή, κι΄ο Λιμπερτιανός  συμφωνούσε, γιατί κι΄οι δυό είχανε μεγαλώσει σε ανοιχτούς ορίζοντες, στη φύση. Ο ένας στο κάμπο με τα οποροφόρα και τα σπαρτά  κι΄ο άλλος στην έρημο  με τις χουρμαδιές. Συζητούσανε για τα ευτυχισμένα παιδικά τους χρόνια συγκρίνοντας τα σημερινά  παιδιά, που  με τη βοήθεια των ηλεκτρονικών υπολογιστών  αντικαθιστούσαν ακόμη και τη σκέψη, αν όχι την κρίση τους. Τα μικροτσιπς, πίσω από τις οθόνες, σκέφτονταν για τους μαθητές, ακόμη και για τους δασκάλους τους...   Ο Μαρακά σχολίαζε πως αυτά τα σατανικά μηχανήματα είχαν αιχμαλωτίσει τις αισθήσεις  των ανθρώπων, που είχαν χάσει την όσφρηση, τη μυρωδιά, τη γεύση, αφού και το φαγητό ήταν πλαστικό, όπως τα χάρτινα λουλούδια...  Στα ηλεκτρονικά εργαστήρια κατασκευαζόντουσαν μηχανήματα για ν΄αντικαταστήσουν τη σκέψη του δημιουργού τους. Ο άνθρωπος ήταν αιχμάλωτος της μαζικής ηλεκτρονικής εποχής, που την συντόνιζαν αόρατοι μάγοι της ψηφιακής τέχνης.  Ακόμη και οι εκλογές γινόντουσαν μέσω  ενσωματωμένου ηλεκτρονικού τσιπ, αλλά οι ψηφοφόροι δεν ξεπερνούσανε το είκοσι στα εκατό, οι υπόλοιποι αδιαφορούσανε ποιός θα τους κυβερνήσει... Θεέ μου, φώναξε μιά μέρα ο Οσλάο: Μέρος των συντάξεων θα δίνονται σε είδος και σε χάπια βιταμινών!   

Ο Ελ Μαχρή δεν μπορούσε να χωνέψει πως το πετρέλαιο στέρευε και δεν διαφέντευε πιά την παγκόσμια οικονομία όπως άλλοτε. Περισσότερο τον φόβιζε η  επέλαση από ξηρά και θάλασσα  των πεινασμένων Ασιατών και Αφρικανών στις άλλες ηπείρους, με γιουρούσια ανάμεσα σε πολυβόλα και ναρκοπέδια. Όσοι επιζούσαν ήσαν οι άτυχοι, των τυχερών που γλίτωναν τα βάσανά τους. Ο Ανατολίτης, που είχε σπουδάσει στο Καίμπριτζ και στα καζίνα, διαλογιζόταν: "Οικονομικών προσφύγων, πάσα γη τάφος". 

 -Εννοώ πως αν αφήσουνε αυτούς τους ταχυδακτυλουργούς της τεχνολογικής εξέλιξης να κάνουν τον  σκεπτόμενο άνθρωπο αυτοματοποιημένο πελάτη, τότε τα αισθήματα και συναισθήματα θα εκλείψουν. Όπως θα απορροφηθεί ως το 3.000 και το οξυγόνο λόγω έλειψης πράσινου και μόλυνσης των ωκεανών. Τότε θα πεθάνουμε από ασφυξία ή θα ζούμε μέσα σε γυάλες όπως στη Σελήνη.

-Λες να ζούμε ως τότε, αρχηγέ;

-Δυστυχώς θα ζούμε, μουρμούριζε ο Μαρακά. Και θα είμαστε μάρτυρες και θύματα αυτής της αντίστροφης προόδου... Γιατί οπισθοδρόμηση είναι όταν ζώντας σε κλιματιζόμενα σπίτια, γινόμαστε ευάλωτοι στο ύπαιθρο και πρέπει να παίρνουμε χάπια για το συνάχι και τη γρίπη. Χάπια για την αϋπνία, για τη νευρικότητα, τη μελαγχολία, την κατάθλιψη, το άγχος, τη μανία καταδίωξης, την αγοραφοβία. Για να μη πω ότι υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι που πάψανε να μιλάνε ακόμη και στους ενοίκους της ίδιας τους πολυκατοικίας και συνδιαλέγονται με τους οικείους τους μονολεκτικά, με νεύματα σαν πίθηκοι.  Ο άνθρωπος εγκλωβίστηκε στο κομπιούτερ, σαν τυφλοπόντικας στην υπόνομο.   

-Οι λογαριασμοί  έρχονται μ' ένα πάτημα του κουμπιού. Όλες οι δοσοληψίες, κρατικές, εμπορικές, ατομικές, γίνονται με κομπιούτερς, ακόμη και ιατρικές εξετάσεις, ανακρίσεις, δίκες, γίνονται με τη διαδικασία αλλού ο παπάς κι αλλού τα ράσα του, όπως θα λέγαμε στη Λιμπερτά..

 Ο Οσλάο  στημένος μπροστά στην οθόνη παρακολουθούσε διάφορα παιγνίδια και κυρίως "ζωντανά" ταξίδια, όπως τα διαφημίζανε, σε διάφορες περιοχές της Γης, ακόμη και στο Διάστημα! Στην έρημο έπρεπε ο τηλεθεατής να ξεγυμνώνεται, και στους παγετώνες  να ντύνεται, γιατί αυτά τα ταξίδια από κλειστό κύκλωμα, με το πάτημα του κατάλληλου πλήκτρου, μεταφέρανε το κλίμα που ζούσε ο κάμεραμαν χιλιάδες μίλια μακριά από το δωμάτιο σου... Ο Μαρακά αηδίαζε μ' αυτά τα ψεύτικα ταξίδια που του θυμίζανε κάποιες προσπάθειες πριν δεκαετίες στις αίθουσες του κινηματογράφου, με τρισδιάστατη εικόνα και ήχο. Ο παλιός  πρόεδρος  δεν ήθελε ν' ακούσει και να δει ούτε τηλεοπτική περιήγηση στη Λιμπερτά. Πολλές φορές, ο Μαρακά σκεφτότανε πως η ζωή τού ήταν εντελώς άχρηστη, αφού είχε στερηθεί εδώ και δεκαετίες την πολιτική.

Το 2.030 μπορούσες να εγκαταλείψεις τον μάταιο τούτο κόσμο με όλες τις ηλεκτρονικές ανέσεις. Διάλεγες τη βιντεοκασέτα με τα τοπία και τη μουσική που σ' άρεσε, έβαζες τον ανάλογο κλιματισμό και άρωμα, ξάπλωνες μπροστά στη τεράστια οθόνη  και έπινες το σπέσιαλ "ποτό" που προτιμούσες, καπνίζοντας το τελευταίο σου τσιγάρο. Έτσι ναρκωνόσουνα σιγά-σιγά και ταξίδευες για τον άλλο κόσμο με το δικό σου γούστο κι όχι με τον ξαφνικό θάνατο πάνδημων ασθενειών που προκύπτανε κυρίως από ζώα, πτηνά και τελευταία και από ψάρια των ποταμών... Μερικοί προτιμούσαν σκηνές σεξ κι ερωτική μουσική, άλλοι το άκουσμα της ίδιας τους νεκρώσιμης ακολουθίας ή και κάποιον επικήδειο...

                                              *******************

Ο Ελ Μάχρή όταν συνειδητοποίησε πως το πετρέλαιο στέρευε ή κι αν υπήρχε είχε χάσει την αξία του, είπε στον Χουσείν πως έφτασε η ώρα να του ετοιμάσει ένα θάνατο με εικόνες και μυρωδιές  όπου θα κουνούσανε τους γοφούς τους ουρί του Παραδείσου... Και μουσική το τραγούδι του καμιλιέρη και της φελάχας, που το άκουγε μικρός στην έρημο. Κι ένα ναργιλέ δίπλα του με προυσαλιό χασίσι... Έπεσε στα γόνατα ο πιστός σωματοφύλακας, στο όνομα του Αλάχ τον εκλιπάρησε να μην τον αφήσει μόνο κι΄απροστάτευτο στη ξενιτιά. Ξεκρέμασε  τη χαντζάρα του, αφέντη είπε, στάσου να σκοτωθώ πρώτα εγώ και μετά πεθαίνεις εσύ. Τον λυπήθηκε ο εμίρης, τον συμπόνεσε κι ανέβαλε το ταξίδι στον άλλο κόσμο...

 Όπου το πετρέλαιο στερεύει ή χάνει την αξία του, αναβλύζει η ξεραίλα και η φτώχεια. Μια φορά κι ένα καιρό, όπως λένε στα παραμύθια, υπήρξαν ζάπλουτα εμιράτα και Άραβες που κατακλύζανε τα πολυτελή ξενοδοχεία, τα καζίνα, τα κοσμηματοπωλεία. Αγοράζανε τζετ, θαλαμηγούς, άλογα κούρσας, καλλονές, είχανε χαρέμια, γιους, εγγόνια και δισέγγονα, που ξοδεύανε περιουσίες. Οι λιμουζίνες  τους ήταν αλεξίσφαιρες, τα δάχτυλα τους γεμάτα διαμάντια και ρουμπίνια, τα λόγια τους διαταγές, οι θυρίδες τους στις μεγάλες Τράπεζες γεμάτες. Τώρα οι κροίσοι  του μαύρου χρυσού έχουνε ξεπέσει σαν τους μεγαλοεφοπλιστές που αράξανε τα καράβια τους. Στα άλλοτε πάμπλουτα Εμιράτα έχουνε σταματήσει οι αντλίες πετρελαίου, στερέψανε οι πισίνες, δε λειτουργούσε παντου ο κλιματισμός, στην αφόρητη ζέστη σέρνονται διψασμένοι, πεινασμένοι, ρακένδυτοι οι άλλοτε χρυσοφόροι Άραβες... 

 -Τελειώνουν τα πετροδόλαρα, πρόεδρε, είπε μια μέρα ο Ελ Μαχρή. Τα Εμιράτα είναι πια νεκροταφεία. Η κατάρα του Αλάχ έπεσε πάνω τους.

-Εσύ όμως, παλιόφιλε, είσαι ακόμη ζάπλουτος, σχολίασε ο Λιμπερτιανός.

-Αυτό δα έλειπε να μείνουμε και στο δρόμο με τόσα δισεκατομμύρια βαρέλια παραγωγή τη χρυσή εποχή του πετρελαίου. Για θυμήσου, πρόεδρε, τα πετροδόλαρα  ήσαν τόσα πολλά κι αμέτρητα σαν την άμμο...

-Αφού έχεις ακόμη αμέτρητο χρήμα, εμίρη μου, πρέπει να με βοηθήσεις όπως υποσχέθηκες κάποτε. Να πείσουμε τον ΟΗΕ να βάλει φραγμό σ' αυτή την αντιστροφή της προόδου. Η ανθρωπότητα βαδίζει στο χείλος της αβύσσου...

Ο Οσλάο ήτανε σίγουρος ότι ο αφέντης του, φυλακισμένος  στον εαυτό του, ονειρευότανε την απελευθέρωση της ανθρωπότητας από την παγκοσμιοποίηση. Έκανε σχέδια, κρατούσε σημειώσεις, έγραφε υπομνήματα που τα διάβαζε στον Άραβα φίλο και προστάτη τους πριν τα στείλει στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και στους ηγέτες των μεγάλων δυνάμεων. Φυσικά δεν τολμούσε να τα υπογράψει με το παλιό του όνομα, πασίγνωστο στην εποχή του, αλλά με το καινούργιο. Κανένας όμως δεν έδινε απάντηση στις υποδείξεις του. Πολλοί ανισόρροποι στέλνανε υπομνήματα και ζητούσανε και ακροάσεις. -

Αχ, αφεντικό, μονολογούσε ο Ίνκα, όταν ήσουνα πανίσχυρος δεν ήθελες να δεις κανένα. Τώρα που είσαι ανίσχυρος δε σε δέχεται κανένας... Μια μέρα, ο Οσλάο έριξε μια ματιά σε κάτι χειρόγραφα του αφεντικού του και διάβασε: "Λεν υπάρχει πια για τον άνθρωπο της τετάρτης δεκαετίας του 2.000 κράτος και πόλη ή χωριό, αλλά ούτε σπιθαμή γης, για καταφύγιο. Δεν υπάρχει ασφαλής χώρος ούτε για πλούσιο, δυνατό ή ακόμη και αρχηγό κράτους. Ο Πλανήτης μας που καταυγάστηκε από την εκπληκτική πρόοδο τεχνολογίας και επιστήμης, βρέθηκε, όσο κι αν φαίνεται σχήμα οξύμωρο, σε μια ατέλειωτη νύχτα οπισθοδρόμησης.

 Ο νόμος και η τάξη ανήκουν στο παρελθόν, ακόμη και  στις Ηνωμένες Πολιτείες, που άλλοτε αστυνόμευαν και στρατοκρατούσαν περιοχές της οικουμένης. Ο Οσλάο παρατηρούσε  στα δελτία ειδήσεων, ότι τις βιαιοπραγίες και το πλιάτσικο του όχλου το έπαιρναν κάμερες από ελικόπτερα, γιατί ούτε η αστυνομία ούτε οι καμέραμαν τολμούσανε να βρεθούν  στους χώρους όπου η ασυδωσία και η αναρχία κυριαρχούσαν. Θυμόταν  τα λόγια του Σοφοκλή, ότι "η Αναρχία είναι κόρη της Ελευθερίας, που καταβρόχθισε τη μάνα  της...". Ο Οσλάο θυμότανε και κάτι λόγια του Ελ Μαχρή: Η πρόοδος ωρίμασε τόσο πολύ που σάπισε...

 Ο πληθυσμός της Γης, δεν μπορεί να τραφεί από τα προϊόντα της που λιγοστεύουν. Το πράσινο έχει αποψιλωθεί μέσα και γύρω απο τις πυκνοκατοικημένες περιοχές. Τα ζώα, που δίνανε κρέας στον άνθρωπο, όλο και αφανίζονται, όπως και τα ψάρια, αφού η θάλασσα έχει μολυνθεί. Δεν υπάρχουν οπωρικά, λαχανικά, φρούτα και γενικά καρποί της γης. Ο  πληθυσμός συντηρείται με χάπια που παρέχει η επιστήμη. Τα χάπια... Αποκάμωμένοι άνθρωποι, που δεν έχουνε τη δύναμη ούτε να διαμαρτυρηθούν πια, στέκονται στις ουρές για να προμηθευτούν αυτά τα τυποποιημένα φαρμακευτικά παρασκευάσματα, που αντικαθιστούν βασικές τροφές. Αυτή η εικόνα παρουσιάζεται στις μικρές πόλεις... Γιατί στις μεγάλες,, οι πεινασμένοι είναι εκατομμύρια και παρά τις αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις και τα ελικόπτερα να υπερύπτανται, δημιουργούνται επεισόδια, συμπλοκές, βιαιοπραγίες... Μια μέρα, που οι νεκροί στο Σικάγο ήταν χιλιάδες , ο Ίνκα φιλοσόφησε: Κάποτε πολεμούσαν για την πατρίδα και για τις Ιδέες, σήμερα σκοτώνονται για ένα χάπι.

Το κράτος υποβαθμίζεται συνεχώς, γιατί οι νόμοι και η τάξη είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να τηρηθούν. Η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και η κρατική πρόνοια αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τους ασθενείς, τους ανέργους και ταυς συνταξιούχους, που πένονται. Οι μηνιαίες συντάξεις δεν αρκούν ούτε για τις ανάγκες λίγων ημερών. Οι κυβερνήσεις  παίρνουν μυστικές αποφάσεις, με τις οποίες οι υπερήλικες  δεν πρέπει να έχουν θέση σε ένα κόσμο, όπου η ανεργία μαστίζει τους νέους. Κι΄όπου οι κυβερνήσεις  διστάζουν στη κατάταξη των υπερηλίκων σε πολίτες μη αναγκαίους στη κοινωνία, επεμβαίνουν οι δικτάτορες. Οι μεγάλες δυνάμεις ευνοούν απολυταρχικά  καθεστώτα, που επιταχύνουν  «την αποψίλωση της χλόης από τα γέρικα  αγκάθια», σχολιάζει ο Μαρακά  και ο Ελ Μαχρή συμπαιρένει: «Για να σωθεί η συνοχή του κράτους, θυσιάζονται οι υπερήλικες πολίτες του».Ο Οσλάο έχει διαβάσει κάπου για τους  Σπαρτιάτες που έριχναν σε  βάραθρο τους ανάπηρους και άχρησους  ενώ οι   Αθηναίοι  έδιναν κώνειο στους υπερήλικες. Το συζητάει με τον αφέντη του κι΄εκείνος λέει ότι οι Ιππότες της Κολάσεως, καλπάζουν στη Γη και θερίζουν τους μη κατέχοντες... Ο Άραβας κουνάει το κεφάλι: Σύντομα θα θερίσουν και τους κατέχοντες...

 Συχνά ο Μάρκο, που ΄χε συνηθίσει αυτό το όνομα,  φιλοσοφούσε:

 -Αφεντικό, ζούμε πέρα από το φυσικό, γι' αυτό η τιμωρία μας είναι να βλέπουμε την κατάντια της ανθρωπότητας...

Ο Τοσναθάα -και γι΄αυτόν το Μαρακά, ήταν μακρυνη ανάμνηση-  παρακολουθεί τις εξελίξεις  και βλέπει πόσο έξω είχε πέσει κι ο ίδιος κι ο Ασντρεάο... Δεν υπήρξαμε παρά  σταγόνες στη φουσκοθαλασσιά που σάρωσε μετά από την εποχή μας ιδεολογίες, πεποιθήσεις, φιλοδοξίες, σκέφτεται ο άλλοτε πανίσχυρος πολιτικός. Ασήμαντη κόκκος άμμου,  στην έρημο της ανθρωπότητας... Και η Λιμπερτά δεν μπορούσε παρά ν'ακολουθήσει τη μοίρα των άλλων χωρών, που από την πρώτη δεκαετία του 2000 υπήρχε τέτοια πολιτική, οικονομική και κοινωνική σύγχυση που ακόμη και η άλλοτε συμπαγής  οικογένεια ήταν μιά μύξα στον άμορφο σιχαμερό πολτό, έλεγε ο Μάρκο.  Η τρομοκρατία, η αναρχία, η ανεργία, οι ασθένειες, διαφέντευαν ως ιππότες της κολάσεως την ανθρωπότητα, είχαν γίνει οι μάστιγες  της κοινωνίας. Η επιστήμη και η τεχνολογία που είχαν εξελιχθεί με βουλημία, ώστε τα διαστημόπλοια να πηγαινοέρχονται στο Διάστημα σαν λεωφορεία, ξαφνικά μπούκωσαν... Ενώ ομως ο άνθρωπος ταξίδευε στο Διάστημα, στη Γη είχαν εμφανιστεί  καινούργιες αρρώστιες, με πάνδημη εξάπλωση. Έτσι το Διάστημα, ενδιέφερε μόνο τους ειδικούς, που προστατεύονταν στους χώρους έρευνας, δημιουργίας και εκτόξευσης διαστημοπλοίων, με ηλεκτροφόρες ακτίνες θανάτου. Η ανεργία ήταν ακόμη μια πληγή της ανθρωπότητας. Η συντριπτική πλειοψηφία της νεολαίας θεωρούσε ως δώρο άδωρο την εκπαίδευση και τη μόρφωση. Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούσαν πλέον  πια να επιβληθούν και να συνετίσουν τους νέους, που αρκετοί ζούσαν ασύδωτοι  σε ομάδες αναρχικών και  κακοποιών, πάνω από το νόμο και την αστυνομία. Κανένας πια δε ζητούσε την προστασία του νόμου, γιατί όλοι όσοι φορούσαν στολή προστατεύανε μόνο τα μέλη της κυβέρνησης και άλλες προσωπικότητες. Φρικιαστική ήταν η κατάσταση στις πόλεις των εκατομμυρίων κατοίκων, που είχαν γίνει ζούγκλες στις οποίες κυριαρχούσαν ανθρωπόμορφα θηρία. Όποιος είχε τα μέσα να καταφύγει σε απομακρυσμένες περιοχές της Γης και να ζήσει όχι με τον πολιτισμό αλλά με την  φύση και τα θηρία, είχε περισσότερες ελπίοες επιβίωσης.

-Αφεντικό, εφιάλτης, φώναζε ο Μάρκο και πεταγόταν έντρομος.

-Μακάρι να βλέπουμε εφιάλτη, μουρμούριζε ο Τοσναθάα κι΄ αναθεμάτιζε την ώρα και τη στιγμή που είχε απαρνηθεί το θάνατο για  τηn αθανασία.

-Θα έρθη στιγμή που θα μετανιώσουμε για την αμαρτία στην οποία υποπέσαμε, σχολίαζε συχνά ο Εμίρης.

Θα πεθάνουμε από σκορβούτο, συλλογιζόταν ο  Χουσείν, καθώς έβγαζε τα βιβλία κι΄έβαζε  κονσέρβες στη βιβλιοθήκη του. Με ένα κορνεμπίφ   πηδούσε όποια αλανιάρα εύρισκε. Την έβαζε να πληθεί πατόκορφα στο μπλάνιο και όταν ξημέρωνε την έδιωχνε.

************************

-Κοίταξε τι βρήκα, φώναξε ο Οσλάο, φυλλομετρώντας ένα βιβλίο του 2000. Προφητεία που θα κάνει τo αφεντικά μoυ να λουστεί στο  κρύο ιδρώτα...

Έσπευσε στον Τοσναθάα κι΄άρχισε να του διβάζει:  

<< Ένας παλαβός, που ζητιάνευε  με την κιθάρα του έξω από το κτίριο του ΟΗΕ, καταλήγοντας πάντοτε στην επωδό "κάποτε θα μπουκάρω  και θα τα κάνω λίμπα", βρήκε την ευκαιρία που περίμενε και εισέβαλε με αγριωπή χαρά στο κτίριο. Στο ένα χέρι κρατούσε κιθάρα και στο άλλο βούρδουλα, που τον σβούριζε στον αέρα φωνάζοντας στην άδεια αίθουσα:

-Γραμματείς και φαρισαίοι, έμποροι των εθνών, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός σάς εκδίωξε...

Διασχίζοντας θριαμβευτικά την απέραντη κατάφωτη άδεια αίθουσα, έφτασε ως την έδρα του προέδρου και θρονιάστηκε σ' αυτή. Κι αφού χτύπησε στον αέρα το καμτσίκι του, πάτησε τα κουδούνια με ύφος παντοδύναμου κατακτητή. Μετά ηρέμησε, βυθίστηκε σε σκέψεις, έπιασε απαλά την κιθάρα του και έσκυψε στα μικρόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά. -Άνθρωποι αυτό το τραγούδι δε θα το ακούσει ποτέ κανένας σας... Κι άρχισε βραχνά να αυτοσχεδιάζει, κομπιάζοντας, προσπαθώντας να βρει ρίμες:

 Υπήρξα δημιουργός θρησκείας, και στο όνομα μου πιστοί βασανίστηκαν, θανατώθηκαν, άγιασαν... Υπήρξα στρατηλάτης και κατακτητής του κόσμου και υπήκοοι και εχθροί μου πέθαναν στις μάχες... Υπήρξα δημιουργός ιδεολογίας που ανέτρεψε τη ροή της ιστορίας και προκάλεσε εκατόμβες θανάτων...    Υπήρξα μεγιστάνας του πλούτου, διαφέντευα ακόμη και ηγέτες λαών και έθνη ολόκληρα... Υπήρξα σωτήρας της ανθρωπότητας με τις ανακαλύψεις μου... Υπήρξα όμως και θάνατος, γιατί ανακάλυψα όπλα... Υπήρξα καλλιτέχνης με παγκόσμια ακτινοβολία... Υπήρξα είδωλο του σεξ, οι πάντες με αποθέωναν...

 Μετά η φωνή του γλύκανε και συνέχισε:

Κι εγώ υπήρξα ανθρωπάκι ανώνυμο, που κανένας δεν ξέρει αν γεννήθηκα... Μα δε ζηλεύω κανέναν ένδοξο και διάσημο, γιατί η θεία δίκη θα τα σαρώσει όλα... Όλα!

"Είσαι τέλειος", ακούστηκε μια ένρινη φωνή. Ήταν ένα κομπιούτερ-ρομπότ του μεταφραστικού, που αν είχε χέρια θα χειροκροτούσε. Μα δεν πρόλαβε να πει τίποτα άλλο, γιατί αποσυναρμολογήθηκε. Αμέσως μετά τα φώτα άρχισαν να σβήνουν το ένα μετά το άλλο. Το κτίριο του ΟΗΕ βυθίστηκε σε βαθύ σκοτάδι. 0 παλαβός δεν εγκατέλειψε το κτίριο, πού αλλού θα 'βρισκε σάντουιτς και αναψυκτικά,χάπια βιταμινούχα,παρά  στις καφετέριες του... Και πέτσινους αναπαυτικούς καναπέδες να κοιμηθεί... Είχανε πλακώσει κι άλλοι αλητοβιοι κι ένας από αυτούς ήταν ειδικός και ανακάλυψε μ' ένα φακό στα υπόγεια τη γεννήτρια και το κτίριο ξαναπλημμύρισε φως. Οι άστεγοι γυρολόγοι, ξαπλωμένοι στους καναπέδες, είχαν ανακαλύψει μια κάσα ουίσκι και μπεκρούλιαζαν όλη νύχτα συζητώντας για το πρόβλημα τους. 0 υπόγειος δε λειτουργούσε πια, και πού θα 'βρισκαν ζεστό αέρα, όπως στις σχάρες του, να ζεσταθούν...

Σίγουρα θα μας διώξουν το πρωί από δω, είπε κάποιος. 0 παλαβός γέλασε: Αποκλείεται, γιατί τα ήμερα το έβαλαν στα πόδια και τα άγρια γίναμε κυρίαρχοι της πόλης... >>

Ο Τοσναθάα, όσο τον άκουγε να διαβάζει, χάιδευε το μούσι που΄χε αφήσει και μετά είπε:

- Το΄χω διαβάσει πριν τριάντα χρόνια αυτό το βιβλίο. Είναι κάποιου  που παρίστανε το προφήτη. Κι΄αφού πίστευε ότι άνθρωποι και πλανήτης Γη θα εκλείψουν μιά μέρα, η υστεροφημία είναι μάταιος κόπος... Σίγουρα αυτός που το γραψε έχει πεθάνει, αλλά σε μας έλαχε να ζήσουμε τα γεγονότα που περιγράφει... Αυτές τις εικόνες ή χειρότερες, θα τις δούμε αντάμα αιωνόβιε Ίνκα μου...

-Μη μου λες τέτοια αφεντικό... 

-Τί να μη σου πω... Τα΄θελε και σένα ο κωλαράκος σου και βρεθήκαμε πάνω σ΄αναμμένα κάρβουνα... Θα το υποστούμε ως το τέλος...

Ο μπάτλερ χαμογέλασε κουτοπόνηρα:

-Κύριέ μου είχες δίκιο. Όνειρο βλέπουμε κι΄όταν ξυπνήσουμε...

-Κατα πως σε συμφέρει τα λες βλάχο μου, γιατί εγώ είχα υποθέσει ότι οδοιπορούμε σε μετα θάνατον ενύπνιον κι΄όχι όνειρο εν ζωή...

oAthanat100 Η ψηφιακή εποχή είχε πάψει να προσφέρει ποιότητα ζωής. Ο στρατιωτικός νόμος επικρατούσε στις περισσότερες χώρες, χωρίς καμιά αντίδραση του κόσμου, που στα χρόνια του Μαρακά γέμιζε πλατείες και ξεχυνότανε με πάθος στους δρόμους για ζωτικά του προβλήματα αλλά και Ιδέες. Τώρα υπήρχανε μόνο συμμορίες απελπισμένων που η δράση τους δεν είχε πατριωτικά, ταξικά, φυλετικά ή κερδοσκοπικά ελατήρια,αλλά μόνο εξασφάλιση τροφής... Ήταν απεγνωσμένες προσπάθειες νέων κυρίως ανθρώπων, που πριν εξαντληθούν και αποκάνουν,πριν τους μαζέψουν τουμπανιασμένους για αποτέφρωση, κάνανε επιθέσεις σε αποθήκες τροφίμων και σε φορτία με χάπια συντήρησης. Ο Τοσναθάα κι ο Ελ Άχαλ με τους δυο πιστούς τους, μένανε τώρα μαζί σ' ένα διαμέρισμα τεράστιου ουρανοξύστη στο Λονγκ Άιλαντ. Ήταν ένα από τα πιο ασφαλή κτίρια, που οι  ένοικοι  καλοπληρώνανε  ιδιωτική  ασφάλεια  και  διαθέτανε θωράκισμένα αυτοκίνητα στα υπόγεια γκαράζ, κι ελικόπτερα στο ελικοδρόμιο της ταράτσας. Το κτίριο είχε δική του παραγωγή ρεύματος,αποθήκες και ψυγεία με τρόφιμα, νερό, γιατρούς και νοσοκομείο εξοπλισμένο με μηχανήματα και φάρμακα, καταστήματα, τα πάνταγια να συντηρούνται ακόμη και σε περίπτωση πολύχρονου αποκλεισμού.

 Στο μεταξύ είχε αρχίσει από ειδικευμένα συνεργεία με επικεφαλής ανθρώπους  του ΟΗΕ, η μετατροπή της ζούγκλας του Αμαζονίου κι ερήμων της Αφρικής, σε τόπους κατάλληλους για να ζήσουν άνθρωποι. Το σχέδιο ήταν να μεταφερθούν εκεί εκατομμύρια από τον υπερπληθυσμό της υπόλοιπης Γης, που πενότανε κι αργοπέθαινε... Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ και οι ηγέτες των μεγάλων δυνάμεων, συναντηθήκανε και εκφράσανε δημόσια τη λύπη τους για τον αφανισμό μεγάλου αριθμού του πληθυσμού της Γης, κι υποσχεθήκανε να στείλουν χάπια συντήρησης στους λαούς που λιμοκτονούσαν. Αλλά μεταξύ τους συμφώνησαν σιωπηλά ότι μια που δεν υπήρχαν πια πόλεμοι, παρά μόνο τρομοκρατικές πράξεις, ο πρόωρος θάνατος  αποτελούσε σωτήρια λύση για το αραίωμα των ανθρώπων που λόγω συνωστισμού κινδυνεύανε να τρώνε ο ένας τον άλλο. Στην Αυστραλία με τις απέραντες εκτάσεις και το λιγοστό πληθυσμό, η ζωή ήτανε παράδεισος. Η χώρα αυτή είχε την πολυτέλεια να κάνει καινοτομίες, αφού απαγόρεψε την είσοδο σε κάθε ξένο υπήκοο. Ο πρωθυπουργός της, ένας σοφός πνευματικός άνθρωπος, έκανε μια πρόταση που άφησε άφωνο τον κόσμο. Ζήτησε από τη Βουλή και τις κρατικές τράπεζες να ατονήσει, για ένα χρόνο, η αγοραστική δύναμη του χρήματος και η αξία του χρυσού και των πολυτίμων λίθων. Για έναν ολόκληρο χρόνο, δηλαδή, οι αποταμιεύσεις και οι θυρίδες των πλουσίων δε θα ΄ξιζαν απολύτως τίποτα, γιατί με το νέο επαναστατικό σύστημα μόνο τα προϊόντα της γης θα είχαν τη μεγαλύτερη αξία από το χρήμα, το χρυσό, τα έργα τέχνης. Η πρόταση ψηφίστηκε και ξαφνικά κατέχοντες και μη έχοντες   εξομοιώθηκαν με μια κάρτα που είχε έναν αύξοντα αριθμό. Οι κάτοχοί της  μπαίνανε στη σειρά για τρόφιμα και άλλα χρειώδη. Βέβαια αυτό γινότανε παλιά στις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες, στις οποίες όμως το χρυσάφι κι οι πολύτιμοι λίθοι πάντοτε λάμπανε. Όπως εξακολουθούσαν να ξεχωρίζουν οι ηγέτες και οι περι αυτών, που ζούσαν στα οχυρομένα με ακτίνες θανάτου κτιριακά συγκροτήματα.

  Οι λεγόμενες μεγάλες και προηγμένες χώρες αντέχανε στην αποσυναρμολόγηση της κοινωνίας. Η κρατική μηχανή δεν είχε ακόμη ξεχαρβαλωθεί τελείως γιατί όσοι δουλεύανε για το κράτος, κι ιδιαίτερα αυτοί που φορούσανε στολή, καλοπερνούσανε σε σύγκριση με τον κοσμάκη, που ξημεροβράδιαζε στις ουρές. Αλλά η ανθρωπότητα στην επιδημία τεμπελιάς, ανεργίας και αναρχίας που τη μάστιζε, στήριζε το... μέλλον της! Μέσα από τη φρίκη και τη συμφορά -όπως παλιά στους παγκόσμιους πολέμους- θα φύτρωνε ο καινούργιος κόσμος, με νέο είδος ζωής και συμπεριφοράς. Ο Τοσναθάα το πίστευε αυτό, ότι δηλαδή ο άνθρωπος θα αναγεννιότανε μέσα από την τέφρα του παραναλώματος του, όπως ο μυθικός Φοίνικας. Παλιότερα, όταν ακόμη δεν υπήρχε κίνδυνος να βγει από το σπίτι-καταφύγιο, πήγαινε και καθότανε σ' ένα πάρκο με παγκάκια μπροστά στο σιδηροδρομικό σταθμό του τραίνου που πηγαινοερχότανε στη Νέα Ιόρκη. Χάζευε ώρες τον κόσμο που έμπαινε και έβγαινε συνήθως βιαστικός. Και τον έπαιρνε το παράπονο, που όλοι αυτοί είχανε κάποιο προορισμό, ένα πρόγραμμα, γυρίζανε από τις δουλειές τους για να πάνε σπίτια τους, στους δικούς τους. Αυτός, ούτε στην εποχή της παντοδυναμίας του δεν είχε δικούς  του, εκτός από την πολιτική. Με τον καιρό  ο Μαρακά Τοσναθάα άρχισε να βλέπει από το παγκάκι  αυτό το κοπάδι που μπαινόβγαινε στο σταθμό να αποπροσανατολίζεται, να πανικοβάλλεται, να διαλύεται σαν κοπάδι που χε χάσει το τσοπάνη του...

Όλα αυτά τα έλεγε ο Μεγάλος στον υπηρέτη φίλο του, και προσπαθούσε να του εξηγήσει πόσο σημαδιακά ήσαν μερικά γεγονότα από τα τέλη του περασμένου αιώνα, όταν η οικογένεια διαλυότανε πολύ πιο γρήγορα από ότι στο απώτατο παρελθόν.

-Θυμάσαι γέρο μου, του τόνιζε, τότε που οι τινέιτζερς ξεκόβανε από το σπίτι τους σαν ατίθασα αγριμάκια, που δείχνανε τα δοντάκια τους ακόμη και στους γονιούς τους;

Αν θυμότανε, λέει, ο Οσλάο, τότε με τους Μπιτλς, τον Μπόμπι Ντίλαν και την επανάσταση των παιδιών των λουλουδιών... Τότε που η νεολαία απόχτησε ξαφνικά ανεξαρτησία γνώμης και έγινε πανίσχυρο ποσοστό της καταναλωτικής κοινωνίας, αφού ήτανε η μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη στους δίσκους, στα ναρκωτικά, στα τσιγάρα, στα ποτά, στα βίντεο και στις μοτοσυκλέτες. Άρχισε να ψηφίζει από τα δεκαοχτώ της χρόνια και, χωρίς να το καταλάβουν οι γονείς, από τη μια μέρα στην άλλη, είχανε χάσει κάθε έλεγχο στα παιδιά τους που πριν λίγα χρόνια βυζαίνανε το δάχτυλο. Ο Οσλάο, τώρα που οι νεολαίοι όλου του κόσμου κατείχανε τα μεγαλύτερα ποσοστά της εγκληματικότητας, του αλκοολισμού και της αυτοκαταστροφής, σκεφτότανε πως πριν μισό αιώνα τα παραπτώματα τους δεν ήσανε παρά απλά πταίσματα.

-Τυχεροί είμαστε, αφεντικό, που δεν έχουμε παιδιά, γιατί σίγουρα αν είχαμε θα μας κάνανε δυστυχισμένους.

-Ανήψια, εγγόνια, δισέγγονα, τρισέγγονα... Άραγε να έχουνε τη φωτογραφία μου στα σπίτια τους;

-Τι να σου πω, αφεντικό. Τα σημερινά παιδιά αποκόβονται ακόμη και από τους γονείς τους, γι' αυτό δύσκολα θα θυμούνται και θα μνημονεύουνε τους προπαπούδες τους όσο διάσημοι κι αν υπήρξανε.

Ο Μαρακά, ο άλλοτε κραταιός Πρόεδρος της Λιμπερτά, στύλωσε τη ματιά του στον αχώριστο συγκάτοικο του κι αναστέναξε:

-Αχ, γέρο Ίνκα μου, ξέρεις με τι παρομοιάζω την υπεραιωνόβια παράταση της ζωής μου; Σαν την απομόνωση ενός συγγραφέα που γράφει συνέχεια βιβλία χωρίς όμως να τα εκδίδει...  

 19. Μοναχικός σημαίνει δυνατός

oAthanat100Ο Μαρακά στα 134 χρόνια του που έμοιαζε πενηντάρης,  είχε ζήσει, δει και διαβάσει τόσα πολλά που πίστευε πως ήταν σοφός. Έγραφε, ξανάγραφε και διόρθωνε τ' απομνημονεύματα του "σαν την γάτα που σγαρλεύει τις ακαθαρσίες της", έλεγε ο υποτακτικός του. Αλλά και ο Ανατολίτης φίλος του, κουνούσε το κεφάλι:

-Μα τον Αλάχ, πρόεδρε, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ασχολείσαι με το παρελθόν, αφου το έχει ξεχάσει και η ιστορία...

Οι άνθρωποι πάψανε από καιρό να διαβάζουνε βιβλία, να καλλιεργούνε γενικά το πνεύμα τους, να ενδιαφέρονται για τις πράξεις των προγόνων τους. Η επιβίωση σ΄ένα κόσμο αφόρητο, είναι μοναδική ασχολία τους. Ο Μαρακά συμφώνησε με τη βραχνή φωνή του, που κανένας δεν τη θυμώτανε πιά στη Λιμπερτά, όπως άλλοτε που απασχολούσε τους μίμους θεατρίνους:

- Οι περισσότεροι νέοι δεν έχουν ιδέα για τον Πλάτωνα, τον Σέξπηρ, τον Μπετόβεν... Πόσο λοιπόν θα ενδιαφερθούν για τα απομνημονεύματα ενός προέδρου μιάς μικρής χώρας.

 Πετάχτηκε ο Οσλάο:

-Εκατομμύρια δίνουν τον υπερπάντων αγώνα για την επιβίωσή τους, Βιβλία θα διαβάσουν;

Ο Μαρακά σηκώθηκε κι άρχισε να βηματίζει. Κοντοστάθηκε δυο-τρεις φορές κοιτάζοντας τους:

-Φίλοι μου, κάποτε θύμωνα με συνεργάτες μου,  έβριζα δυνατά και ξεσπούσα, λυτρωνόμουνα. Τώρα με ποιόν να τα βάλω; Με εσάς, τους αδελφούς μου; Ο ένας μου παρέχει τα προς το ζειν και τα προς τεμπελιάζειν, ο άλλος με φροντίζει, μου φέρνει γυναίκες, μου κάνει συντροφιά στις δεκαετίες που έρχονται και παρέρχονται. Έτσι, τα βάζω με τον εαυτό μου μέσα σ' αυτά τα χαρτιά, κατηγορώντας τον που απαρνήθηκε τη φθορά για την αφθαρσία...

Ο Οσλάο απορούσε που το αφεντικό του είχε γίνει συναισθηματικός, είχε χάσει το στιλ του λόγω διαρκούς απραξίας. Ο Ελ Μαχρή, συγκινημένος, άπλωσε τα χέρια, αγκάλιασε και φίλησε σταυρωτά τον Μαρακά:

-Πρόεδρε, σε νιώθω γιατί κι΄ εγώ πολλές φορές νοσταλγώ τη πατρίδα  μου. Μα τον Αλάχ, θα προτιμούσα να ήμουν αναπαυμένος στο άγιο χώμα της.

Ο Ίνκα άπλωσε τα χέρια και αγκάλιασε συγκινημένος και τους δυό. Έκλαιγε γοερά, όπως κι΄ο   Άραβας, που αράδιαζε ονόματα παιδιών, εγγονιών και δισεγγόνων του, μπορεί και γυναικών του. Ο Μαρακά ανεχότανε το αγκάλιασμα τους, αλλά δεν έχυνε ούτε ένα δάκρυ, γιατί ποτέ δεν είχε κλάψει στη μακρόχρονη ζωή του. Τους άφησε να σκούζουνε και κάθισε στη πολυθρόνα του, σκεφτικός. Του 'ρχότανε στη μνήμη η αναγγελία  του θανάτου του κι η μοναδική στιγμή που παρά λίγο να κλάψει, όταν ανακοινώθηκε η τοποθέτηση του διαδόχου του, που τον απόκοβε από τη πολιτική. Ο Ελ Μαχρή σταμάτησε το κλάμα, μπήκε και πλύθηκε στο μπάνιο. Όταν βγήκε, ο Μαρακά καθότανε ακόμη ανέκφραστος, παγωμένος, απλησίαστος, όπως τον περιγράφανε οι βιογράφοι του. Ο Ίνκα τους έφερε καφέδες και απορούσε ακόμη πώς ο εμίρης δεν του είχε δώσει μπαξίσι, όπως άλλες φορές που συμμετείχε στα μοιρολόγια του. Ο Άραβας ένιωθε μειωμένος, που είχε κλάψει σαν γυναικούλα μπροστά στον ασυγκίνητο Λιμπερτιανό.

-Πρόεδρε, πάντοτε ήσουνα μοναχικός άνθρωπος χωρίς φίλους. Γιατί;

-Γιατί μοναχικός σημαίνει δυνατός, σοφός, δηλαδή αυτάρκης.

-Εγώ νομίζω ότι η μοναδική σοφία του μοναχικού ανθρώπου είναι το ότι δεν δίνει την ευκαιρία στους συνανθρώπους του ν' ανακαλύψουν τις αδυναμίες του... Όπως εσύ!

-Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Έτσι έπρατταν  ανέκαθεν οι προφήτες, οι ηγέτες, οι πάπες, οι πατριάρχες, οι στρατηλάτες... Ο δυνατός δεν φανερώνει τις αδυναμίες του...

Βέβαια, σκέφτηκε ο Οσλάο, ο πρόεδρος σε τέτοιες βουνοκορφές έχει ανεβάσει τον εαυτό του, από τότε που δυο εκατομμύρια άνθρωποι παραληρούσαν στις πολιτικές του συγκεντρώσεις. Το ίδιο είχε πάθει κι ο μεγάλος αντίπαλος του, που όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, παραμέλησε τα μεγάλα εσωτερικά προβλήματα κι έτρεχε στα πέρατα της Γης για τα προβλήματα των άλλων... Ο Ελ Μαχρή ήταν ακόμη πεισμωμένος και ήθελε να τον κεντρίσει, να τον πονέσει τον παλιό του φίλο:

-Πρόεδρε, κι εγώ υπήρξα μοναχικός άνθρωπος, αλλά μόνο με τους ξένους. Τις γυναίκες μου, τα παιδιά μου, τα εγγόνια μου, τα είχα κάτω από τις στοργικές φτερούγες μου. Είχα και φίλους, πιστούς και αφοσιωμένους. Εσύ είχες ποτέ σου;

-Ο έρωτας, η φιλία, οι αδυναμίες, σε αποδυναμώνουν, εμίρη μου.

Χέστηνε  τη ζωή χωρίς μικροαπολαύσεις, σκέφτηκε ο Οσλάο, καθώς παρακολουθούσε τη συζήτηση των αφεντικών. Ο Άραβας ήθελε να τον ρωτήσει μήπως  δεχότανε τη δική του φιλία, από συμφέρον, αλλά συγκρατήθηκε:

-Εγώ, πρόεδρε, πιστεύω ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι, θα φυτρώνουν   ο έρωτας, η φιλία, τα πάθη, όπως τα λουλούδια και τα αγκάθια.  Ακόμη και τα ζώα έχουνε  αισθήματα. Κάποτε είχα ένα  άλογο κούρσας, που δεν έτρωγε ούτε προπονιότανε αν δεν είχε κοντά του ένα πρόβατο που κοιμότανε στο σταύλο του. Είχανε ανατραφεί μαζί στο ιπποφορβείο. Χρόνια τώρα έχω χάσει την επαφή μου με τα ζώα, μέσα σ' αυτά τα πολυτελή ντουβάρια, και πίστεψε με, άρχισα να βαριέμαι.

Πραγματικά ο Ανατολίτης είχε βαρεθεί να ζει. Αλλά το ίδιο κι ο Μαρακά, που δεκαετίες τώρα δεν έκανε τίποτα, δεν είχε κανένα προορισμό και ζούσε άπραγος μόνο για να ζει. Έτρωγε κι έπινε με μέτρο, έβλεπε τηλεόραση και κασέτες, διάβαζε. Πολύ παλιά, μετά το ελιξίριο, κρατούσε ημερολόγιο, αλλά τα τελευταία χρόνια δεν είχε τι καινούργιο να γράψει. Οι ημέρες και οι νύχτες διαδέχονταν η μια την άλλη, απαράλλαχτες σαν τις χάντρες του κομπολογιού του. Σκεφτότανε πως αν και σωματικά ένιωθε νέος, δεν ήτανε παρά ένα χούφταλο πνευματικό, αφού δεν είχε πια προβλήματα, ανησυχίες, προσδοκίες, επιδιώξεις, προορισμό το θάνατο... Βέβαια τον απασχολούσε το φαγητό. Να βρίσκει ο Ίνκα φρέσκο κρέας, κάποιο ψάρι, φρούτο ή λαχανικό, ουισκάκι και καμιά γυναίκα πεινασμένη και λιμασμένη για μαγειρευτό φαγητό. Μα όπως τα φρέσκα φρούτα, σπανίζανε  και οι ανέμελες ερωμένες... Αρκετές φορές, ο Μαρακά δεν άφηνε την επισκέπτρια του ούτε να πει δυό κουβέντες. Έγνεφε στον υπηρέτή του να της δώσει κάτι και να τη διώξει. Φυσικά την πηδούσε κι΄ο Ίνκα και την έστελνε πάλι ανάμεσα στο πλήθος που κρατιότανε στη ζωή από τα χάπια και μόνο... Ίσως να είχε δίκιο ο Ελ Μαχρή. Η ζωή τους έμοιαζε μ' ένα ρομπότ μονταρισμένο στην εντέλεια, που οι πράξεις του δεν χρειάζονταν αισθήματα και παρορμήσεις. Έτσι είχε εξελιχτεί πια η ζωή, με τους ανθρώπους να μοιάζουνε με  μηχανές. Τα χάπια, η επιβίωση, απασχολούσαν διαρκώς τη σκέψη τους... 

Ο Οσλάο σγάρλευε τα χειρόγραφα του αφεντικού του, που ποτέ δεν χρησιμοποίησε γραφομηχανή ή υπολογιστή, και σταματούσε στα τσιτάτα του: "Ο άνθρωπος είναι πιά ένα ρομπότ μονταρισμένο στην εντέλεια, χωρίς αισθήματα και παρορμήσεις έρωτα και πλουτισμού, με μοναδική επιδίωξη την επιβίωση". 

Ο Οσλάο, που χρησιμοποιούσε υπολογιστή, έγραφε τα δικά του:"Το λουλουδάκι έχει προορισμό να μεγαλώσει, να φτάσει στο απόγειο της ομορφιάς του και μετά να μαραθεί. Έτσι τουλάχιστον γινότανε τα παλιά φυσιολογικά μου χρόνια. Τώρα διατηρώ με φάρμακα λουλούδια μέσα σε γυάλινες μικροσκοπικές σέρες κι έτσι ακριβώς, σαν κι αυτά, νιώθω κι΄εγ'ω. Δεν είχουν κανένα απολύτως άρωμα, όπως και τα ψεύτικα μεταξολούλουδα..." Όπως είπαμε, ο άλλοτε κραταιός εμίρης είχε βαρεθεί να ζει, ακόμη κι΄αν ως ανατολίτης πίστευε ότι αυτό ήταν το κισμέτ του Αλάχ. Στα όνειρα του έβλεπε αμμουδερά τοπία με χουρμαδιές και αργοκίνητες καμήλες με βαριεστημένους κελεμπιοφόρους... Τώρα,  τα πάντα ήταν ταχυκίνητα και τα τροχοφόρα αραίωναν στους δρόμους, γιατί οι άνθρωποι διαθέτανε ατομικές συσκευές και πετούσαν πολύ ταχύτερα από τα πουλιά... Ο Ελ Μαχρή μαθημένος τα πρώτα εξήντα χρόνια να ζει ραχατηλίδικα, δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στον αιώνα της ταχύτητας της αστραπής. Δυστροπούσε σαν αδάμαστο αραβικό άτι. Το ίδιο κι ο πιστός του Χουσείν, που μόλις έμπαινε στο διαμέρισμα τους, πετούσε το κοστούμι και μπούρλιαζε την κελεμπία. Τον αγαπούσε  ο αφέντης του, που κόντευε μισός αιώνας κι ο Βεδουίνος του παρέμενε φανατικός Άραβας. Μια μέρα, είπε ο Ελ Μαχρή στον Μαρακά πως ο Χουσείν τον ρωτούσε συχνά πού ζούσαν τώρα οι δυο γιατροί. Ήθελε να ξέρει πού βρίσκεται η πηγή του φαρμάκου. —Φροντίζει για τη ζωούλα του, αν πάθεις τίποτα, γέλασε ο Μαρακά. —Θα τους παίξουμε ένα παιγνίδι, είπε ο ανατολίτης. Και στο δικό μου και στο δικό σου, να αναγγείλουμε το θάνατο του Ιζό και του Νταπά, σε δυστύχημα. —Και πώς θα δικαιολογούμε το φάρμακο; απόρησε ο Λιμπερτιανός. —Θα τους πούμε πως ξέρουμε το μυστικό κι εμείς. Έτσι κι έγινε.

[selida]

20. Σαράντα χρόνια μετά το 2.000   

oAthanat100  Τα χρόνια κυλούσαν ζοφερά και μονότονα, χωρίς συγκινήσεις και κραδασμούς για τον Μαρακά-Τοσναθάα, που σκυλοβαριότανε ακόμη και να χασμουρηθεί, όπως σχολίαζε ο  Ελ Μαχρή. Το 2.038 τα  αφεντικά με τους υποταχτικούς τους,  μένανε στο κτιριακό συγκρότημα Τιτάν, στα περίχωρα της Βοστόνης. Ήταν ένα απόρθητο φρούριο από γης και ουρανού, όπως το προηγούμενο του Λονγκ Άιλαντ,με ελικοδρόμιο και  φρουρούς που μένανε οικογενειακά στους κάτω ορόφους. Θύμιζε το Πεντάγωνο, με ηλεκτρονικό εναέριο τόξο που εμπόδιζε τη προσέγγιση ανεπυθήμητων αεροπλάνων και πυραύλων.  Διέθεται αυτάρκεια σε τρόφιμα, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και  η αφρόκρεμα κι οι απόγονοι των μεγάλων οικογενειών της Μασαχουσέτης κατοικούσαν στο κτιριακό αυτό συγκρότημα. Κι αν χρειαζόταν, ακτίνες θανάτου μπορούσανε να κρατήσουνε σε απόσταση ασφαλείας τον εξαγριωμένο όχλο που κυριαρχούσε στη πόλη. Μια πόλη που άλλοτε ήτανε το  πνευματικό κόσμημα των Ηνωμένων Πολιτειών και τώρα μια διαλυμένη μεγαλούπολη κατ' εικόνα και ομοίωση όλων των άλλων αναρχούμενων.

Ο Μαρακά φοβόταν για το μέλλον της ανθρωπότητας που είχε πάψει να πιστεύει σε ιδεολογίες και συστήματα και ξημεροβραδιαζότανε με την αγωνία της εξασφάλισης τροφής. Νυν υπερ πάντων, η επιβίωση. Ξανάρχισε να κρατάει σημειώσεις για τ' απομνημονεύματα του: «Η κρατική μηχανή δεν έχει ακόμη ξεχαρβαλωθεί,γιατί ο στρατός, η αστυνομία και η εθνοφρουρά καλοπερνάνε σε σύγκριση με το λαό, που ξημεροβραδιάζεται στις ουρές για τα χάπια επιβίωσης. Η ανθρωπότητα στηρίζει τη μοναδική ελπίδα της να μην αφανιστεί, στη συχνή επαφή που έχουνε τα τεράστια πυραυλοκίνητα αερόπλοια με τη Σελήνη κι άλλους ακατοίκητους πλανήτες. Ήδη μερικές εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες από τη Γη έχουν εγκατασταθεί εκεί και μερικά ακόμη εκατομμύρια περιμένουνε τη σειρά τους. Όλοι θέλουν να φύγουν από τον πλανήτη μας, που από Παράδεισος κατάντησε Κόλαση...».   

                                           **************************************

Παραμονές της Πρωτοχρονιάς, ο Ελ Μαχρή μαθαίνει ότι ο αγαπημένος του εγγονός που βασιλεύει, πέθαινε. Ο ανατολίτης  αποφασίζει να επιστρέι στο τόπο του και το λέει  στο Μαρακά, που μένει κατάπληκτος:

—Τρελάθηκες, παλιόφιλε; Πώς θα δικαιολογήσεις ότι είσαι αιωνόβιος κι αγέραστος;

—Θα το δικαιολογήσω. Θα εμφανιστώ στο λαό μου, θα του πω ότι ήτανε θέλημα του Αλάχ να ζώ ακόμη και, με την παρουσία μου, θα στεριώσω το θρόνο του απογόνου μου. Και ξέρεις κάτι, πρόεδρε; Ό,τι κι αν συμβεί δε με νοιάζει... Βαρέθηκα να ζω τόσα χρόνια. Πάμε, Χουσεΐν.  

 desert

Ανήμερα Πρωτοχρονιά του 2.039, που ο Μαρακά έμπαινε στα 135 χρόνια της ζωής του, οι ειδήσεις αναφέρανε τα τρομερά μαντάτα από το εμιράτο των Ελ Μαχρή. Οι κάτοικοι του ξεσηκώθηκαν, όταν πέθανε ο Ομάρ ο Β', και κάψανε ζωντανό  ένα τρελό που ισχυριζόταν ότι ήταν ο Ελ Μαχρή, ο παλιός τους εμίρης.

—Αφού επιμένεις ότι είσαι ο άνθρωπος που πούλησε το πετρέλαιο της γης μας και του λαού μας και το έκανε χρυσάφι, τότε δικαιούσαι να καείς με το τελευταίο βαρέλι πετρέλαιο που φυλάμε στο μουσείο.

—Δικαιούμαι- φώναξε ο τρελός- και να με αποτεφρώσετε και να διασκορπίσετε τη στάχτη μου  στην άγια μας καυτή άμμο...

Ο συνοδός του πανικόβλητος επικροτούσε. «κάψτε τον, κάψτε τον»...

Τήν άλλη μέρα, ο Μαρακά παίρνει το αεροπλάνο για την Ελβετία όπου μένουν οι δυο γιατροί. Kρατάει γράμμα του Ελ Μαχρή, που το είχε αφήσει πριν φύγει. Ο Άραβας φιλοσοφούσε, παραληρούσε σ΄αυτό,, ποιος ξέρει, σκεφτεται  ο Λιμπερτιανός που ξαναδιαβάζει το τέλος του: «...η αέναος δημιουργία, η ζωή προς το θάνατο, η διαρκής αντικατάσταση όλων των Ειδών της Γης, το εγώ, υπερτερεί στην  ανθρώπινη διάνοια και τεχνική. Ο άνθρωπος απλώς έχει εξελιχθεί μέσα στις χιλιετίες της ύπαρξης του σε επιστάτη αυτού του θαύματος της φύσης. Και το αιωνιο  αφεντικό, αόρατο κι απόμακρο, συντηρεί τον τρόμο και τη φαντασία των σκλάβων, χωρίς να λέω και την ελπίδα, γιατί αυτή δεν υπάρχει πια στο ανθρώπινο λεξιλόγιο. Απελπισμένος σκλάβος κι εγώ επιστρέφω στη μερμηγκοφωλιά μου να λογοδοτήσω γιατί έκλεψα τη σοδειά της. Ας πεθάνω, αρκεί ο τάφος μου να είναι η καυτή άμμος...».

—Παρηγοριέμαι με τη σκέψη πως ο  Ελ Μαχρή είχε τρελαθεί και πέθανε με το χαμόγελο στα χείλη, λέει ο Μαρακά στους δύο γιατρούς. Μετά μπαίνει στο θέμα που τον έκαιγε:

—Άνθρωποι είμαστε, πες πως πάθατε κάτι απρόοπτο. Θέλω να ξέρω πώς φτιάχνετε το φάρμακο. Οι συνεταίροι κοιταχτήκανε, λίγο έλειψε να χαμογελάσουν, αλλά παλιός Πρόεδρος τους ήτανε, του είχανε σεβασμό.

 —Θα σου πούμε. Πήγαινε τώρα να ξεκουραστείς.

Το βράδυ φάγανε, ήπιάνε τα ποτήρια τους στη μνήμη του χαμένου φίλου. Μετά μίλησε ο Ηζώ:

—Φίλε Πρόεδρε, μάθε ότι δε σκοπεύουμε ούτε να πεθάνουμε, ούτε να πάρουμε το μεγάλο μυστικό στο τάφο. Πάντως σαν φίλοι που είμαστε, θα σου το αποκαλύψουμε. Οι αμπούλες αυτές που σε γερές δόσεις ξανανιώνουν εμάς και σε ελάχιστες φέρνουν ευεξία στους πάμπλουτους πελάτες μας είναι εκχυλίσματα φυτών που φυτρώνουν χωρίς καλλιέργεια ψηλά πάνω στις Άνδεις. Φυσικά χρειάζονται ειδική εργαστηριακή επεξεργασία για να αποδώσουν. Συμπλήρωσε ο Νταπά:

—Αυτά τα φυτά τα ξέρανε τα βιβλικά πρόσωπα που ζούσανε εκατοντάδες χρόνια. Το ζουμί τους πίνανε οι ορεσίβιοι στις Άνδεις και στο Αραράτ, που ξεπερνούσαν κατά πολύ τον αιώνα. Από τη Βίβλο ξεκινήσαμε και στα ψηλά βουνά τα βρήκαμε. Αν τύχει και πεθάνουμε πριν από σένα, θα βρεις στο ονομά σου ένα φάκελο σε τρείς θυρίδες διαφορετικών τραπεζών, που θα σε κατατοπίζει σχετικά. Μη φοβάσαι λοιπόν και οι παλιόφιλοί σου τα έχουνε φροντίσει όλα. Αλήθεια, τι γίνεται ο Οσλάο;

—Πιστός όπως πάντα και ξανανιωμένος. Πολλές φορές όταν του δίνω τη δόση του, σας θυμάται και σας συγχωράει γιατί τον έχω κάνει να πιστέψει πως δεν υπάρχετε πιά...

Ο βιοχημικός κούνησε νοσταλγικά το κεφάλι:

—Ξέρεις κάτι, πρόεδρε; Στις απάτητες βουνοκορφές της πατρίδας του Οσλάο, βρίσκονται αυτά τα φυτά που μας ξανανιώνουν. Εκεί τα πρωτομαζέψαμε και κάθε Άνοιξη βρίσκουμε πλέον ελάχιστα...

-Ελάχιστα;

-Ναι, γιατί όσο ο πολιτισμός σκαρφαλώνει ως τις απάτητες βουνοκορφές, τόσο δεν φυτρώνουν τα αγκαθωτά αθάνατα με τις περόνες, από τα οποία απομυζούμε το βασικό συστατικό του ελιξίριου. 

-Δηλαδή, όταν εκλείψουν αυτά τα φυτά, θα εκλείψουμε κι΄εμείς; Δεν μπορείτε να τα διατηρήσετε σε θερμοκήπιο;

Ούτε το εντελβάις ανθεί σε θερμοκήπιο, ούτε το αηδόνι κελαηδάει σε κλουβί...

- Δηλαδή, σοβαρολογείτε;

 Ο ένας κοίταξε τον άλλο και μετά οι δυό το πρόεδρο, που άρχισε να τους βλέπει σαν αγγέλους έτοιμους να του πάρουν τη ψυχή...

Ο Μαρακά, όπως βρισκόντουσαν δίπλα του, τους άγγιξε στη πλάτη και είπε με τη βραχνή φωνή του:

- Σας αγγίζω για να καταλάβω αν βλέπει όνειρο ένας υπεραιωνόβιος που έχει σκυλοβαρεθεί να ζεί άπραγος κι΄άχρηστος...

Ο Ηζώ χαμογέλασε

- Κι΄όμως κύριε πρόεδρε μπορείτε, πριν αποχωρήσετε, να κάνετε κάτι χρήσιμο... Να ζωστείτε εκρηκτικά και να μπείτε στην έδρα του ΟΗΕ...

-Το έχω ονειρευτεί, χαμογέλασε κι΄ο πρόεδρος...

Στο ταξίδι της επιστροφής ο Μαρακά, που τον έλεγαν πιά Τοσναθάο, σκεφτόταν ότι η αγανάκτηση και η απόγνωση των αδικημένων λαών τηε Γης, έναντι της νέας ή σωστότερα της ανέκαθεν τάξης πραγμάτων, οδήγησε την ανθρωπότητα στην αυτοκαταστροφή...

21. Στερεύει η πηγή της νιότης

oAthanat100Μετά το ολοκαύτωμα του Ελ Μαχρή, οι δύο αθάνατοι δεν ακούσανε τίποτα για τον Χουσείν. Θα συνόδεψε τον αφέντη του στον άλλο κόσμο, συμπέρανε ο Οσλάο, που είχε διαβάσει ότι οι Μωαμεθανοί πιστεύουν πως μόλις πεθάνουν μπαίνουνε στο Παράδεισο όπου τους υποδέχονται πανέμορφα ουρί και βουνά από πιλάφι...

Οι  δύο  παρασκευαστές του ελιξίριου, οι γιατροί Ηζώ και Νταπά είχαν αρχίσει κι αυτοί να βαριούνται τη μονότονη, παρατεταμένη πέρα από τα φυσιολογικά όρια, ζωή τους. Είχαν αποχτήσει τόσο πλούτο που  μπορούσε να τους συντηρήσει χίλια χρόνια. Μα αναλογίζονταν με τρόμο ποια θα ήταν η εξέλιξη της ζωής των ανθρώπων σε λίγες μόνο δεκαετίες, με τις πόλεις τέρατα των είκοσι, τριάντα εκατομμυρίων κατοίκων, την αποψιλωμένη  από πράσινο γη, τη λειψυδρία, την αναρχία, την εγκληματικότητα,τη τρομοκρατία, το φόβο όχι να βγεις έξω από το σπίτι σου, αλλά και τον τρόμο, να σου επιτεθούνε μέσα σ' αυτό, αν δε ζούσες σε φρουρούμενο κτίριο... Πολλές φορές, οι δύο γιατρoί λέγανε πόσο σοφά πράξανε που δεν ανακοινώσανε, τότε, το μυστικό τους. Αφού τώρα ο πλανήτης, με χιλιάδες απρόσμενους θανάτους καθημερινά, ήταν μια κόλαση, πού θα 'χε φτάσει η απόγνωση των ανθρώπων αν έμεναν αθάνατοι;  O Ηζώ με τον Νταπά  είχανε θολώσει τα νερά στο Μαρακά, εκεί στο παλιομοδίτικο ακόμη τοπίο της ελβετικής λίμνης, αποφασισμένοι αν φύγουν από τη ζωή, να πάρουνε το τρομερό μυστικό μαζί τους. Όλα στη φύση είχανε ποιηθεί με θεϊκή σοφία και το ένα και μοναδικό διαβολικό της δημιούργημα, ο άνθρωπος , δε χρειαζότανε την αθανασία. Ο Χουσείν που είχε γλιτώσει, είχε φτάσει πανικόβλητος στην Ελβετία, γιατί ο αφέντης του, πριν λογοδοτήσει και δικαστεί από το λαό του, του είχε πει ότι οι δυό γιατροί ζούσαν. Ο κορακοζώητος Άραβας θα απαιτούσε  να του αποκαλύψουν το μυστικό του παρασκευάσματος του ελιξίριου.

Ο Μαρακά, καθώς θυμότανε τα λόγια των γιατρών, πονηρευόταν πώς δεν του είχανε αποκαλύψει την αλήθεια. Μα έλα πάλι που δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Καμιά φορά έφερνε στο νου του το διαλογισμό  του Ελ Μαχρή: «Πρόεδρε, η Φύση είναι τόσο σοφή που έπλασε τα πάντα θνητά. Μόνο το μυαλό του ανθρώπου, του φοβιτσιάρη, έχει δημιουργήσει υπερφυσικά αθάνατα όντα στις θρησκείες, στις μυθολογίες και στα παραμύθια του...». Ο Μαρακά έβαζε τη παλάμη στο μέτωπο και τα φρύδια του περονιάζανε τα δάχτυλα, καθώς έκλεινε τα μάτια για να φέρει στη μνήνη του, σαν θαμπή εικόνα, τότε που ήταν πρόεδρος και Θεός στη χώρα του... Ο Οσλάο τον παρακολουθούσε με συμπόνοια από την άλλη άκρη του καθιστικού. Και τότε γινότανε αυτό που έκανε τον πιστό του υπηρέτη και φίλο πια, να βουρκώνει και να τρέχει να γονατίζει μπροστά στο Μεγάλο. Και να του σφίγγει τα πόδια με τα χέρια του και να παρακολουθεί, μ' ανασηκωμένο το κεφάλι, το παραλήρημα του άλλοτε κραταιού άντρα της Λιμπερτά...

Κάποτε, μουρμούριζε ο Μαρακά, υπήρξα κι εγώ ένας Θεός στη χώρα μου, τότε που χτυπούσα τη γροθιά μου κι έτρεμε όλη η χώρα. Αλλά και αρκετοί πρίν από μένα και άλλοι μετά την πτώση μου, είχαμε την ψευδαίσθηση όσο κυβερνούσαμε, ότι η πολιτική παντοδυναμία μας από προσωπική ακτινοβολία ή καπατσοσύνη, μας απογείωνε πάνω από το λαό και μας τοποθετούσε σε θεϊκό θρόνο...Ποιό θρόνο μερμηγκάκι-άνθρωπε, στη πατούσα του Δημιουργού μπουσουλάς που μπορεί να σε λυώσει ανά πάσα στιγμή...

Ο Μαρακά κουνούσε το κεφάλι κι αναλογιζότανε το άδοξο τέλος που είχανε άλλοι όχι τοπικοί αλλά διεθνείς θεοί, που είχανε συνταράξει και αλλάξει ακόμη και τη παγκόσμια πορεία... Όταν τέλειωνε το μουρμουρητό  του ο Μαρακά, ο Οσλάο τού χάιδευε το ιδρωμένο μέτωπο, ώσπου να γυρίσει στα συγκαλά του και να ζητήσει ένα ποτήρι νερό. Και καθώς το έπινε τον ρωτούσε ξανά και ξανά, μήπως έπρεπε ν' αλλάξουνε κτίριο, γιατί οι συγκάτοικοι τους αρχίσανε να ψυθυρίζουνε γιατί αυτοί οι δύο δεΝ γερνάνε... Κι΄ομως υπάρχει λύση, ήθελε να πει ο Οσλάο,  μα δεν τολμούσε: Να σταματήσουμε τη δόση μας...

Το είχε σκεφτεί κι΄ο Μαρακά να σταματήσουνε το φάρμακο, αλλά ο Ηζώ του είχε εξηγήσει πως ο οργανισμός θα κατέρρεε και το σώμα θα γινότανε σαν μούμια.Το τέλος θα ήταν επώδυνο, φριχτό.

—Μήπως θα πρεπε να γυρίσουμε στη πατρίδα; ξεφούρνισε ξαφνικά μιά μέρα ο Οσλάο. 

—Τι είπες; αγρίεψε και σήκωσε τη γροθιά του ο αφεντικός του.

Ο Μαρακά είχε θυμηθεί τα αξέχαστα χρόνια, ξανάχε βρει το στυλ του...

—Γιατί, κύριε, να μην πάμε ν' αράξουμε στα άγια χώματα που μας θρέψανε, εκεί που σας έχουνε άγαλμα; Ν' ανηφορίσω κατά το χωριό μου, να το δω κι ας πεθάνω... Βαρέθηκα να ζω σ' αυτόν τον άψυχο, άγριο κόσμο.

Ο Μαρακά, πριν λυγίσει κι αυτός, είπε: Ξέχασες τι κάνανε στον Ελ Μαχρή που γύρισε στη χώρα του;

—Δεν πούλησες εσύ το λάδι της πατρίδας μας όπως εκείνος το πετρέλαιο της, έκανε ο Οσλάο και συμπλήρωσε: Σε καλό σου, σεβαστέ μου Πρόεδρε, με το γινάτι σου... Εκεί κάτω ούτε φίλοι, ούτε εχθροί έχουνε απομείνει και τα κόμματα που υπήρχανε στην εποχή σας έχουνε αλλάξει ονομασίες. Νέα  ήθη κι έθιμα, οι πολιτικοί πιά μοιάζουνε με πραιτοριανούς περικυκλωμένους από πεινασμένα λιοντάρια...Αχ, αφεντικό, ούτε Μαρακά, ούτε ενωμένη Αμερική, ούτε χειροκροτήματα και τελετές, τίποτα απολύτως δεν έμεινε... Τα χρόνια φύγανε κι η ποδοσφαιρική ομάδα μόνο φανέλες δεν άλλαξε... Όλα τ' άλλα από πρόεδρο, συμβούλιο, προπονητή και παίχτες είναι καινούργια. Καινούργιοι κι οι οπαδοί στις εξέδρες.

—Ναι, αλλά τον Πελέ  τον θυμούνται...

—Τον Πελέ, ίσως, κύριε, αλλά αυτούς που του δίνανε πάσα κι έβαζε γκολ αμφιβάλλω αν κανένας ξέρει τα ονόματα τους.

—Έχεις δίκιο... Το έχω καταλάβει ότι έφαγα τα ψωμιά μου... Κουράστηκα να ζω σε μια εποχή μάλιστα, που εκατομμύρια ανθρώπινες   ζωές πεθαίνουν πριν προλάβουν να χαρούν τη ζωή.

—Ποια ζωή, κύριε πρόεδρε, έτσι που κατάντησε... Αντί για γεύση φυσικής τροφής, χάπια συντήρησης... Γι' αυτό λαχταράω να γυρίσουμε στην πατρίδα, στους κάμπους της και στα βουνά της, να καθίσω στον ίσκιο μιας ρεματιάς και να φάω φρέσκα φρούτα και να πιω κρούσταλλο  νεράκι Πάμε πίσω, αφεντικό, σε θερμοπαρακαλώ, πάμε...

Ο Μαρακά σήκωσε το κεφάλι και, κάτω από τα φρύδια του, είδε και ένιωσε τη συγκίνηση του πιστού του φίλου, τη νοσταλγία του, τον πόθο του να ξαναπατήσει το χώμα της Λιμπερτά. Κι αυτός ο ίδιος, όταν τις νύχτες δεν τον έπιανε  ύπνος, σκεφτότανε το γυρισμό στην πατρίδα αλλά έτρεμε στο φόβο πως κάποιος θα τον γνώριζε και τότε θα γινότανε μπαίγνιο των σκύλων που λένε. Αλλά πες πως του κάνανε υποδοχή και τον επευφημούσανε έστω σαν φαινόμενο μακροζωίας... Καμιά ελπίδα δε θα 'χε να ξαναγυρίσει στην πολιτική, γιατί η ιδεολογία των Κομμάτων και των ψηφοφόρων ήταν εντελώς διαφορετική από εκείνη του καιρού του. Μπορεί εξωτερικά ο Μαρακά να ήταν εύρωστος, όπως στην εποχή του πολιτικού μέσουρανήματός του, αλλά μέσα του έκρυβε ένα παπούλη με συντηρητικές ιδέες και αρχές τυλιγμένες σ' αράχνες του παρελθόντος... Έξυσε τις φρυδάρες του, που από το ελιξίριο είχανε καρδαμώσει σαν περόνες, και ρώτησε: Δεν μου λές, παλιόφιλε, πες πως γυρίζουμε και με αναγνωρίζουν. Τι θα κάνουν οι κυβερνώντες κι ο λαός; Θα με επεφημήσουν ή θα με γιουχάρουν; Σε παρακαλώ, σκέψου κι απάντησε μου...

Ο Οσλάο απόρησε γιατί παλιά το αφεντικό του δε ρωτούσε ποτέ κανένα, για τίποτα. Όλα τα ήξερε, δεν ήθελε γνώμες άλλων και γι' αυτό ποτέ δεν είχε φίλους.Οι σύμβουλοι του υπήρχαν απλώς για να κατέχουν τις θέσεις, που πρόβλεπε το σύστημα, να τους κατσαδιάζει και να τον λιβανίζουν.

—Δε μου απάντησες, είπε ο Μαρακά. Θα μ' επευφημήσουν;

—Κύριε μου, η ταπεινή μου γνώμη είναι πως μισό αιώνα από την εξαφάνιση σου από το πολιτικό προσκήνιο της Λιμπερτά, κανένας εκεί κάτω δε θυμάται ούτε τη φάτσα σου. Και να σε δείξει κάποιος και να πει, αυτός μοιάζει με το Μαρακά κανένας δε θα γυρίοει να σε κοιτάξει.

oAthanat100Πραγματικά, κανένας δεν τον θυμότανε στη Λιμπερτά, όπως το 'βλεπε και στα έντυπα, που η συντριπτική ύλη τους περιείχε επικαιρότητα. Παρελθόν και μνήμη απουσίαζαν παντελώς μπροστά στα καθημερινά προβλήματα του κόσμου. Γενικά, ο καινούργιος κόσμος  των κομπιούτερς, των ρομπότ, δεν είχε αισθήματα παρά μόνο γνώσεις και οδηγίες. Πατώντας  στη τηλεόραση το κουμπί των βιογραφιών πολιτικών προσωπικοτήτων, σχημάτισε στα πλήκτρα το ονομά του με λατινικά γράμματα και περίμενε με χτυποκάρδι... Στην οθόνη δε δείξανε ούτε τη φάτσα του, παρά μόνο τις χρονολογίες γέννησης και θανάτου και της περιόδου πρωθυπουργίας και προεδρίας του. Τίποτα άλλο. Πείσμωσε και σχημάτισε το όνομα του μεγάλου  αντιπάλου του, που είχε κυβερνήσει τη Λιμπερτά μετά από αυτόν: Αστρεντάο. Δεν είχανε ούτε εκείνου τη φωτογραφία. Ξαναπάτησε τα πλήκτρα σχηματίζοντας ονόματα μερικών  Λιμπερτιανών καλλιτεχνών της εποχής του και τότε είδε να προβάλλονται οι φάτσες τους, ν' ακούγεται μουσική τους, να παρουσιάζονται έργα τους.

—Βρε τους αχρείους,μουρμούρισε.  Αυτούς που μας ζητούσανε ρουσφέτια και περιμένανε στον προθάλαμο, τους έχουνε και φωτογραφία. Εμάς που κυβερνήσαμε, τίποτα...

 Πολύ θα ήθελε να ζούσε ο μεγάλος του αντίπαλος για να 'βλεπε τι μούτρα θα ΄κανε κι αυτός. Σκασίλα του όμως γιατί το μόνο που ενδιέφερε εκείνον ήταν η εξουσία.  Τον αθεόφοβο... <<Εξω από την Ενωμένη Νότια Αμερική>>, φώναξε προεκλογικά, ντόπαρε τον λαό με αντιαμερικανισμό και η μεγάλη πλειοψηφία τον ψήφισε. Κι όταν πήρε την αρχή, κούρνιασε κάτω από τις προστατευτικές φτερούγες της Ουάσινγκτον.

—Δεν μου λες, Ίνκα, έχεις δει πιο ηλίθιο λαό από τον δικό μας; Και μην αρχίσεις να ξύνεις τη κεφάλα σου, απάντησε μου αμέσως.

—Έχω δει, μουρμούρισε ο Οσλάο. Ολόκληρη την ανθρωπότητα που εξακολουθεί να πιστεύει σε αόρατους Θεούς και ορατούς προφήτες. Πώς να στο εξηγήσω, αφεντικό... Ο άνθρωπος είναι σαν ένα παιδάκι, που μεγάλωσε κι όμως ακόμη πιστεύει στα παραμύθια.

 Ο Οσλάο περνούσε την ώρα του  με την τηλεόραση που λειτουργούσε ασταμάτητα και μέσω πλήκτρων μπορούσες να δεις  τα πάντα από επιστήμη,ιστορία, γεωγραφία, ζωολογία, καλλιτεχνικά, αθλητικά και κυρίως διαστημικά θέματα. Σ' οποιαδήποτε στιγμή, μπορούσες να δεις το προβαλλόμενο πρόγραμμα οποιασδήποτε χώρας! Ο λαός όμως, που να δει τηλεόραση μέσα στα προβλήματα που αντιμετώπιζε, όπως η ανεργία, η μηδαμινή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, η  αναρχία και η ανασφάλεια που επικρατούσε. Η ζωή όμως συνεχιζόταν με την πλημμυρίδα των κομπιούτερς και των ρομπότ στις εταιρείες και βιομηχανίες όπου ένα μηχάνημα έκανε τη δουλειά εκατοντάδων και χιλιάδων χεριών. Οι άνεργοι και οι άεργοι ζούσανε με λειψές επιδοτήσεις και δεν είχαν τη φιλοδοξία να καλυτερέψει η ζωή τους γιατί όσο δε δουλεύανε τόσο συνήθιζαν στη τεμπελιά και στα χάπια. Οι πλούσιοι ήταν σαν λιγοστά διασωθέντα δέντρα ενός απανθρακωμένου δάσους. Κυκλοφορούσαν με τις ατομικές συσκευές πτήσης, μόνο από την ταράτσα του κτιρίου ως την ταράτσα του γραφείου ή του εργοστασίου τους. Αερονόμοι, κρατικοί και ιδιωτικοί για τα μεγάλα τραστ, προστατεύανε τους πολιτικούς και τις προσωπικότητες αλλά και όλους όσους πρόσφεραν υπηρεσίες σε θέσεις κλειδιά του κρατικού μηχανισμού και της χώρας. Όλοι αυτοί πετούσαν με τις ατομικές συσκευές τους σε ειδικούς ασφαλείς αεροδιάδρομους στους οποίους απαγορευόταν η πτήση άλλων παρείσακτων. Οι ειδικά προστατευόμενοι είχαν ατομική συσκευή με κόκκινο χρώμα που δεν μπορούσε κανένας άλλος να χρησιμοποιήσει επί ποινή στέρησης κάρτας επιδότητσης χαπιών. Και κάτω στους δρόμους, το ίδιο χρώμα ήταν για αποκλειστική χρήση των εκλεκτών των καταλόγων της πολιτείας και του κράτους, αλλά εκεί δεν το συνηθίζανε γιατί προκαλούσε το μίσος και την αγανάκτηση του κοσμάκη. Έτσι οι προνομιούχοι αποφεύγανε το έδαφος και με τις πανάκριβες ταχύτατες συσκευές τους πετούσαν από ταράτσα σε ταράτσα, σ' αυτές φυσικά που υπήρχε ασφάλεια.

Μια μέρα, ο Οσλάο ήρθε δακρυσμένος στον Μαρακά και του είπε πως είχε συγκλονιστεί όταν μια μάνα τού αποκάλυψε πως το παιδί της δεν είχε γευτεί ποτέ φρούτα ούτε τα είχε δει. Ο αφεντικός του κοίταξε το γυάλινο ψυγείο με τα φρούτα και είπε:

 —Θεός να συγχωράει την ψυχούλα του Ελ Μαχρή που μας εξασφάλισε για πάντα, αλλιώς θα τρέχαμε κι εμείς στις ουρές για χάπια.

—Δε μου λές, αφεντικό, όταν τα χαρτονομίσματα κι ακόμη ο χρυσός, οι πολύτιμοι λίθοι, οι καταθέσεις στις τράπεζες δε θα έχουνε πια αγοραστική αξία, τι θα γίνουν οι κατέχοντες;

—Κουταμάρες. Όσο υπάρχουν άνθρωποι, θα χωρίζονται σε πλούσιους και φτωχούς, χορτασμένους και πεινασμένους. Ο Ίνκα έκανε μια γκριμάτσα;

—Αυτά, αφεντικό, αω΄κουνε στο παρελθόν...

—Τι θέλεις να πεις; —Θέλω να πω μια κι είμαστε οι δύο μας αθάνατοι, σαν το Θεό καιτο Διάβολο, να μη λέμε κουβέντες θνητών. Γιατί, με το συμπάθιο, αφεντικό, δε βλέπεις πως σήμερα η λέξη και μόνο πλούσιος προκαλεί μίσΟς; Η φοβερότερη είδηση για τον Μαρακά-Τοσναθάα ήταν αυτή που του έφερε ασθμαίνοντας ο Οσλάο, σε μια εφημερίδα. —Τι συμβαίνει; —Δεν το ξέρετε; —Να ξέρω τι; —Ότι οι Ηζώ και Νταπά δεν είχανε πεθάνει. Ζούσανε! Ο Μαρακά τον διόρθωσε: —Ζούνε θέλεις να πείς... —Τους έσφαξε ο Χουσείν! Ο Μαρακά κεραυνοβολημένος, έσκυψε στην εφημερίδα: «Δολοφονία δύο γιατρών στην Ελβετία από Άραβα ονόματι Χουσείν, που συνελήφθη και αποκάλυψε ότι τα θύματα του ήταν ο βιολόγος Ηζώ κι ο βοτανολόγος Νταπά που πριν μισό αιώνα  είχαν ισχυριστεί ότι ανακαλύψανε την ανανέωση των κυττάρων και την παράταση της ζωής. Από τα δακτυλικά αποτυπώματα τους που στάλθηκαν στη Λιμπερτά πιστοποιήθηκε ότι πράγματι τα θύματα, που δεν είχανε γεράσει καθόλου, ήσαν οι δύο γιατροί που φέρονταν ως εξαφανισθέντες στην ανατίναξη της προεδρικής θαλαμηγού Άστραπή.»

Ο Μαρακά δεν μπορούσε να συνεχίσει το διάβασμα, γιατί τα γράμματα χορεύανε μπροστά στα μάτια του.

 —Φέρε μου ένα ποτήρι νερό, ψέλλισε.  Μόλις το ήπιε, κοίταξε φοβισμένα τον υπηρέτη του:

—Μα γιατί τους σκότωσε;

—Γιατί όταν τους ζήτησε το μυστικό, τον έπιασε αμόκ και τους καθάρισε.

Ο Μαρακά κούνησε το κεφάλι:

—Θα αποκαλύψει τη περίπτωση μας και θα ειδοποιηθούν οι εδώ αρμόδιοι να έρθουν να μας ανακρίνουν και, το κυριότερο, να διαπιστώσουν το φαινόμενο της μακροζωίας μας...

—Δε νομίζω, κύριε, να μας προδώσει ο Χουσείν γιατί μένουμε η μοναδική του ελπίδα. Ξέρει πως θα κάνετε το παν να αναθέσετε τη σωτηρία του σε καλούς δικηγόρους και ίσως να του προμηθεύσετε και τη δόση του.

—Εμείς να δούμε πού θα βρίσκουμε το φάρμακο! Κάτι μου είχανε υποσχεθεί όμως οι συγχωρεμένοι. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο... Θα περιμένουμε.

 

22. Όλα έχουν ένα ΤΕΛΟΣ

oAthanat100Όταν έλαβε το ειδοποιητήριο ο Μαρακά, με μεγάλη αγωνία, πέταξε από την ταράτσα του «Τιτάν» ως το ελικοδρόμιο της Διεθνούς Τράπεζας. Εκεί, ο αρμόδιος υπάλληλος τον οδήγησε σε μια θυρίδα, του έδωσε ένα κλειδάκι κι αποσύρθηκε διακριτικά. Με χέρι που έτρεμε, ο άλλοτε σιδερένιος Πρόεδρος της Λιμπερτά, ξεκλείδωσε και βρήκε ένα φάκελο κι ένα κουτάκι. Άνοιξε το πρώτο κι άρχισε να διαβάζει:

«Κύριε πρόεδρε Το σιδερένπο κουτί έχει αμπούλες για τη συντήρηση τη δική σου και του Οσλάο. Φυσικό είναι, όταν διαβάζεις το γράμμα μας, να μην υπάρχουμε, γιατί μόνο σ' αυτή τήν περίπτωση θα κληθείς από την τράπεζα. Ίσως ο ξαφνικός θάνατος μας να είναι θείο δώρο, γιατί κάθε χρόνο βρίσκαμε και λιγότερα βότανα, κάθε χρόνο διαπιστώναμε ότι όσο ανέβαινε ο πολιτισμός στα απάτητα βουνά, τόσο περιορίζονταν οι ελπίδες μας να μείνουμε αθάνατοι. Τα φυτά, τα βότανα, η φύση, εξαφανίζονται μπροστά στις μηχανές και στις εφευρέσεις για τη... βελτίωση της ζωής των ανθρώπων... Τα ειδικά βότανα και φυτά που επεξεργαζόμαστε για να γεμίσουμε τις αμπολες με εκχυλίσματα που ανανεώνουν τα κύτταρα πρέπει να προέρχονται απ φρέσκια σοδειά που τον επόμενο χρόνο είναι άχρηστη στη θεραπεία μας... Όσες λοιπόν δόσεις κι αν σ' αφήσουμε, δε θα έχουν καμιά απολύτως απόδοση μετά ορισμένο χρονικό διάστημα. Όπως κατάλαβες, η πηγή της νιότης άρχισε να στερεύει...»

Ο Μαρακά είχε λουστεί στον ιδρώτα, αλλά συνέχισε το διάβασμα:

«Κύριε πρόεδρε μη λυπάσαι όμως τόσο, γιατί κι εσύ θα έχεις βαρεθεί τη μακρ&χρόνη παράταση της ζωής σου μέσα σ' έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο αφόρητος ιδιαίτερα για μας, που  είχαμε γνωρίσει καλύτερες ημέρες. Πάντως, αγαπητέ μας Πρόεδρε, εσύ έζησες και θα ζήσεις περισσότερο από εμάς, είδες μεγάλες τιμές και δόξες, γνώρισες με την ανακάλυψη μας και συναρπαστικές περιπέτειες. Αγαπημένε μας φίλε, μην το παίρνεις κατάκαρδα! Φιλοσόφησε, όπως είμαστε βέβαιοι ότι θα κάνει κι ο αγαπητός μας και πιστός σου Οσλάο. Οι πράσινες αμπούλες είναι για την ανανέωση των κυττάρων σας για μερικούς μήνες. Οι κόκκινες είναι σε περίπτωση που θα δειλιάσεις... Θα κοιμηθείς ήσυχα και δε θα ξυπνήσεις ποτέ... Πρόεδρε, φιλοσόφησε: Κάποτε πεθαίνουν και οι Αθάνατοι...»

Ο Μαρακά-Τοσναθάα δεν κάτεχε ούτε να σκουπίσει τον ιδρώτα που έσταζε από το μέτωπο του. Είχε στυλώσει τη ματιά του στις δύο κόκκινες αμπούλες κι αναλογιζότανε πόσο μάταιη υπήρξε η προσπάθεια του να διατηρηθεί στη ζωή πέρα από το φυσιολογικό... Ναι, μάταιη και άσκοπη, αφού από τότε που απόκρυψε τη διάσωση του στην ανατίναξη της «Αστραπής», είχε κυριολεκτικά ταφεί ζωντανός... Τώρα θα πέθαινε οριστικά κι αμετάκλητα, όπως όλοι οι θνητοί, χωρίς μάλιστα να τον κλάψει κανένας, αφού θα έφευγε από τη ζωή μαζί του κι  ο πιστός του υπηρέτης...

                                      ********************

—Όχι, αφεντικό, δε θέλω να πεθάνω, ούρλιαζε ο Μάρκος, καθώς ο Τοσναθάα τού πρόσφερε περίλυπος την κόκκινη αμπούλα.

 Κάποιος τον ταρακουνούσε να ξυπνήσει και να γλυτώσει από το υδροκυάνιο. Ήταν ο πρόεδρος Μαρακά, με τις πυτζάμες, που του χαμογελούσε:

—Τι όνειρο έβλεπες και ξεφώνιζες; του είπε με αγάπη.

 Ο Οσλάο, πνιγμένος στον ιδρώτα, είδε πάνω του το γερασμένο πρόσωπο του αφέντη του κι άρχισε ν΄αναρωτιέται αν το φάρμακο είχε πάψει να είναι δραστικό... Αμέσως όμως   κατάλαβε τι είχε συμβεί, όταν συνειδητοποίησε  ότι βρισκόταν ακόμη στο δωμάτιο του προεδρικού μεγάρου με το ημερολόγιο στο τοίχο να γράφει 1995! .

—Θα σου φέρω λίγο νερό, είπε ο Μεγάλος και πήγε προς την κανάτα με το ποτήρι. Ο μπάτλερ του Προέδρου Μαρακά ανασηκώθηκε, γιατί πού ακούστηκε ο αφέντης να υπηρετεί τον υποταντικό του. Γύρισε ο Μαρακά και τον βοήθησε  να πιει το νερό. Μετά του σκούπισε με μια πετσέτα το ιδρωμένο μέτωπο και του είπε:

—Γέρο μου, πρέπει να το χωνέψουμε κι οι δυο... Από δω και πέρα έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο... 

Karam250

Ο Μαρακά πήρε στα χέρια του το βιβλίο, είδε τον τίτλο και τον μάλωσε: «Άλλη φορά μη διαβάζεις ιστορίες τρόμου»... Πριν μπει στη κρεβατοκάμαρα, ευθυτενής κι΄ αλύγιστος όπως πάντα, γύρισε κατά τον μπάτλερ του και είπε, με κάποια ελπίδα στη ματιά του:

—Άντε να δούμε, αν θα έχουμε καμιά είδηση από αυτό το φάρμακο της ανανέωσης των κυττάρων... Αν έχεις κανένα νέο, να με ειδιποιήσεις, στο γκολφ θα είμαι...

Ο Οσλάο γούρλωσε τα μάτια, κουκουλώθηκε στο σεντόνι κι άρχισε να σκέφτεται μήπως ο εφιάλτης του ήτανε αληθινός... Αλλά και στον ύπνο του αν τον είχε περάσει, καθώς άκουγε τον πρόεδρο  να ξεροβήχει στη διπλανή κρεβατοκάμαρα, η σκέψη του άρχισε να ξεκαθαρίζει... Ξεκουκουλώθηκε και τέντωσε τ' αυτιά του. Ο Μεγάλος άκουγε από κασέτα κάποιο λόγο του Ασντρεάο. Ο μπάτλερ ανασηκώθηκε, άναψε τσιγάρο και καθώς φτάνανε ως τ' αυτιά του οι υποσχέσεις του λιμπερτιανού πολιτικού, άρχισε κατά τη συνήθεια του να φιλοσοφεί... Τι είναι η ενασχόληση στη πολιτική; Φιλοδοξία να υπηρετήσεις και να οφελήσεις το σύνολο ή εκπλήρωση αχαλίνωτης προσωπικής φιλοδοξίας;

ΤΕΛΟΣ

κλικ εδω  πως έγραψα το βιβλίο Ο ΑΘΑΝΑΤΟΣ

Karamikros neospolitikos  KaramKonst  karGiougosl60

 Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έζησε ως το 1998, όταν έφυγε στα 91 του χρόνια. Στο ενύπνιό του όμως οδοιπόρησε  ως το 2039 κι΄ίσως και πέρα από αυτό... 

 

ATHANATOS1

Το αφήγημα δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό ΕΙΚΟΝΕΣ

προστέθηκε στις: Σάββατο 11.03.2006

 
 

:: αρχική :: προφίλ :: επικοινωνία :: εικόνες

© Δημήτρης Λιμπερόπουλος :: ...Webmaster