.  » αρχική σελίδα

 :: Επιλέξτε θέμα προς προβολή ::



Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΑΡΑΚΑ (ο Αθάνατος) κεφάλαια 14-17

τα όνειρα εν ζωή, προετοιμάζουν για το αιώνιο ενύπνιο πνεύματος-ψυχής, μετά τον θάνατο του σώματος

14. η τεμπελιά μήτηρ σοφίας 

  oAthanat100Τα χρόνια κυλούσαν στην αφάνεια, αφέντης και υπηρέτης θαμμένοι λες στα κατάβαθα μιας πυραμίδας, όπως ένας  φαραώ με τοn  πιστό του δούλο... Δεν ήσαν  όμως ταριχευμένοι με γάζες στη φορμόλη, αλλά με ολοζώντανα ανανεούμενα κύτταρα και όλα τα επίγεια  αγαθά στη διάθεσή τους! Φαγητό, διάβασμα, τηλεόραση,μουσική, ύπνος   και κόπρανα,ραντιέρηδες του κερατά καταντήσαμε, είπε μιά μέρα ο αφέντης κι΄ο υποταχτικός κατέφυγε στο λεξικό: Ραντιέρης, τοκογλύφος που αποκομίζει  κέρδη, δηλαδή εισοδηματίας τεμπελχανάς...  

Ο πρώην  πρόρδρος  μόνο μέσα από τις εφημερίδες, το ραδιόφωνο και τη τηλεόραση  διατηρούσε νοερά επαφή με την πατρίδα.   Μάθαινε περισσότερα  για τα πολιτικά πράγματα και πρόσωπα και ελάχιστα  για τους συγγενείς του. Η αδερφή του κι΄ό αδερφός του είχαν  αποχτήσει από ένα αγόρι, κανακεμένα εξ απαλών ονύχων όχι μόνο με κουδουνίστρες και παιγνίδια, αλλά και με την διαρκή αναφορά στον επιφανή Μαρακά. Το ένα, με απαράλλαχτο ονοματεπώνυμο του διάσημου θείου, καμάρωνε  καθώς κατέβαζε  στη καθισιά ένα αρνί, το άλλο με άσημο επώνυμο, μαράζωνε λες κι΄έτρωγε τ΄απομεινάρια του σπλινάντερου του ξαδερφού του... Το μικρόβιο της πολιτικής φώλιαζε και στα δύο αγόρια, αλλά το ένα είχε το αβαντάζ του ονόματος: Μαρακά ο στιβαρός  συνετός ο  πρώτος, Μαρακά    τζούνιορ ο ευτραφής ο δεύτερος. Αλλά και στο κόμμα της Αλλαγής, αρχηγός είχε ανακηρυχθεί παμψηφεί ο γιός του παλιού αρχηγού, Αστντρεάο ο πανούργος ο πρώτος, Ασντρεάο τζούνιορ ο αργόστροφος ο δεύτερος. Ο Οσλάο περόνιαζε το αφεντικό του:

-Κάποτε αρχηγέ  καταφερόσουνα  για το κατεστημένο  της οικογενειοκρατείας; Να, που η διαδοχή γόνων ενδόξων προγόνων συνεχίζεται... Κι΄όχι μόνο σε υψηλό επίπεδο, αλλά και στην απλή βουλευτική έδρα. Τουτέστιν αφεντικό, ο γιός του μπάτλερ του πεθαμένου πρωθυπουργού θα γίνεται μπάτλερ του διαδόχου του...

-Ίνκα όπως θες τα λες, γιατί εγώ δεν υπήρξα στη πολιτική ετερόφωτος, αλλά αυτόφωτος. Γι΄αυτό κοίταζε τα καθήκοντά σου στη κουζίνα κι΄άφησε την ιστορία να γράφεται στο σαλόνι... Πάντως, το εγγύς μέλλον θα δείξει ποιός από τους δυο κανακάρηδες ή κανένας, αξίζει να διαδεχθεί εμάς τους παλιούς. 

Σε ποιό σαλόνι της πολιτικής, όλα στη κουζίνα μαγειρεύονται από τους πολιτικούς, ήθελε να πει ο Οσλάο, αλλά τέτοια λόγια, τέτοιες ώρες περίττευαν.   

 Στα κοινωνικά των εφημερίδων  μάθαινε ο Μεγάλος ποιοί παντρεύτηκαν, ποιοί απόκτησαν παιδιά, ποιοί πέθαναν. Προσπαθούσε να θυμηθεί ονόματα, φυσιογνωμίες , κυρίως αντρικές, γιατί οι γυναίκες ποτέ δεν τον ενδιέφεραν, παρά μόνο φευγαλέα. Μόνο μια, η ωραία και σεμνή σύζυγός του, είχε αποδείξει ότι η γυναίκα  του Καίσαρα δεν πρέπει μόνο να είναι αλλά και να φαίνεται ενάρετη. Οι άλλες, οι διακριτικά περαστικές μετά το διαζύγιό του- που χρειάζεται εμβάθυση σκέψης  και ανάλυση αιτιών- υπήρξαν ασήμαντοι κόκκοι άμμου στην απεραντωσύνη της πολιτικής του καριέρας και της ζωής του. Αντίθετα με τον Αστνρεάο, που το πολιτικό του τοπείο, διανθίστηκε από γυναίκες βουνά, "βουνάρες" κατά τον Οσλάο, που όταν το εξτόμιζε, ο Μαρακά τον κατσάδιαζε. Όπως και τώρα, που  δεν μπορούσε να ξεχάσει την αηδία του αφέντη του για τα ερωτικά τερτίπια του Ασντρεάο, που όταν κέρδισε τις εκλογές, είχε αποφανθεί: Στο κάθε λαό, αξίζει ο  κατ΄εικόνα και ομοίωσή του κυβερνήτης...  Ως εδώ όμως, που είχαν οδοιπορήσει  αφέντης και υπηρέτης, το παρελθόν άρχιζε να ξεφτίζει στην αχλύ των αναμνήσεων. Αλλά η καθημερινή ανάγνωση εφημερίδων και η τηλεθέαση, συντηρούσε τις αναμνήσεις από τη πατρίδα. Ιδιαίτερα  ο μονόχνωτος Μαρακά, παρακολουθούσε από μακριά τα οικογενειακά δέντρα των παλιών γνωστών του, που έβγαζαν κλαδιά, μπουμπούκια, ανθούς και κάρπιζαν. Του τάδε τα παιδιά προοδεύουν, του δείνα δεν ακούγονται... Κι΄εκεί που Φαραώ και δούλος σκυλοβαρυόντουσαν, ο πρώτος έξυνε τη κεφάλα του, όχι γιατί τον έτρωγε το καύκαλο, αλλά γιατί μέσα από αυτό ξεπήδαγαν παράξενες σκέψεις. Όπως, ότι η οικογενειοκρατία εξακολουθούσε να ανθεί στη πολιτική κονίστρα της Λιμπερτά, όπως οι αγκινάρες  και τα γαιδουράγκαθα... Ο ένας γιός του Αστντρεάο, η μία κόρη του αειθαλούς πολιτικού Τατσόμι και τα δυό δικά του ανήψια, είχανε μπει στη Βουλή με την αβάντα του δικού του ονόματος. Το συμβολαιογραφείο από πατέρα σε γιόμ όπως και το οδοντιατρείο, γελούσε ο οσλάο. Ο Μαρακά  παρακολουθούσε τη πορεία και εξέλιξή τους, ιδιαίτερα του συνονόματού του, που απο μικρός ήταν σεμνός και φιλομαθής και σε πολλά του έμοιαζε, εκτός από την αποφασίστηκότητά του. Κάποτε στην εξοχή, που τον έβλεπε να παίζει μπάλα με άλλα παιδιά, εντόπισε ο θείος  ότι ο ανηψιός  έκανε ντρίπλες, άλλαζε πάσες, αλλά μπροστά στο τέρμα υστερούσε στο  σουτ. Του λείπει η ευστροφία της τελικής εκτέλεσης, αλλά κάποτε θα μάθει και να σκοράρει, σχολίαζε ο Μεγάλος.  Ο μπάτλερ σήκωνε τους ώμους: "Σιγά αφεντικό, μη παίξει και στην εθνική ομάδα!". "Γιατί να μη παίξει και μάλιστα αρχηγός, αρκεί να υπακούει στο διαιτητή, έστω κι΄αν τον αδικεί...". "Δηλαδή;" απορούσε ο Οσλάο, κι ο Μαρακά του εξηγούσε ότι οι μικρές ομάδες πρέπει να υπακούουν στο κατεστημένο των μεγάλων, όρος απαράβατος όχι μόνο στο ποδόσφαιρο αλλά και στη πολιτική! "Γι΄αυτό το περιβραχιόνιο του αρχηγού παίρνει σχεδόν πάντοτε, ο συνετός", συμπλήρωνε κι΄  ο μπάτλερ κουνούσε το κεφάλι και μουρμούριζε "ο προσκυνημένος, θέλεις να πεις αρχηγέ...". Θα προσκυνούσε, αλλιώς δεν  θα του διναν το περιβραχιόνιο...  Αυτά θυμόταν ο φυγάδας, τώρα που έβλεπε στις εφημερίδες ότι ο μικρός΄ανέβαινε τα σκαλοπάτια και είχε φτάσει ένα βήμα από το  κεφαλόσκαλο, αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης! 

Στις ατέλειωτες ώρες της απραξίας   και του χασμουρητού, ο φυγάδας του κόπου και του μόχθου, αναπολούσε  όχι μόνο τη πολιτική, αλλά διαβάζοντας αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, όπως τον Αριστοτέλη,  έκανε διάφορες σκέψεις, μεταξύ τυρού, αχλαδιού και οίνου... Όπως: Ο Σωκράτης κι΄ο Πλάτωνας καλλιέργησαν τη φιλοσοφική σκέψη σε χώρους διαλογισμού, απολαμβάνοντας στο ανάκλιντρο νέκταρ και κοψίδια, ενώ τις ίδιες ώρες οι αθηναίοι πολίτες εργαζόντουσαν για τον επιούσιον... Λες, επαίρετο ο Μαρακά, να εξελιχθώ σε μέγα φιλόσοφο; Γιατί όχι, αφού η αργία δεν είναι μόνο μήτηρ πάσης κακίας, αλλά και πατήρ  πάσης φιλοσοφίας...Έκανε   και  μεταφυσικές σκέψεις, κυρίως για τη ζωή και το θάνατο κι΄άλλα τέτοια υπαρξιακά, ώσπου μιά μέρα, έβγαλε κραυγή στεντόρια, με μιά λέξη: Εύρηκα!!! Ο κολλητός του τρόμαξε:

-Τί εύρηκες αφεντικό; πέτραν πρασίνην ωραιοτάτην, που λέει κι΄ο Ζορμπάς. 

- Βρήκα ότι εγώ κι΄εσύ νομίζουμε ότι ζούμε. Συγκεκριμένα,  βρισκόμαστε σε ένα  εικονικό παράδεισο, γιατί αν είχαμε πάει στην εικονική  κόλαση, δεν θα μπουχτίζαμε από τα ελέη του Θεού, αλλά θα ψωμολυσσάγαμε σε καμιά τριτοκοσμική χώρα...

-Θα  τσιμπιθώ αφεντικό... Να, πονάω, άρα, δεν έχουμε τεζάρει!

-Κι΄αν ζούμε,σαν χρυσόψαρα στη γυάλα, ποιό το όφελός μας;

-Μόνοι μας μπήκαμε αφεντικό, εκούσια φυλακιστήκαμε.

Ο Μαρακά πήρε ύφος, όπως τότε που ετοιμαζότανε να αμολύσει κάποιο τσιτάτο:

-Ξέρεις τι συμπέρασμα έβγαλα, σκεπτόμενος όλο αυτό το καιρό; Ο θάνατος είναι μιά φυγή από τη πραγματικότητα στη φαντασία. Το σώμα παύει ξαφνικά να λειτουργεί, αλλά το πνεύμα, απελευθερώνεται και συνεχίζει το αθάνατο έπος αλληλένδετα με τη ψυχή, τον ευαίσθητο συμπαγή  δίσκο του ανθρώπινου κομπιούτερ. Και ανάλογα με τη ψυχοσύνθεσή του και τη πορεία του ως  εκείνη τη φοβερή στιγμή του ακαριαίου αφανισμού, συνεχίζει ένα εικονικό οδοιπορικό μετά θάνατον, όπως στα όνειρα και εφιάλτες του εν ζωή! Αν υπήρξε ενάρετος και δίκαιος, απολαμβάνει ένα όνειρο συνεχές και χαρισάμενο, αν ήταν αμαρτωλός και άδικος, θα βασανίζεται πορευόμενος με εικόνες-εφιάλτες εις τους αιώνες τους άπαντες... Εν ολίγοις άνθρωπέ μου, εμείς οι δυό  έχουμε πεθάνει, αλλά φτιάχνουμε καταστάσεις και γεγονότα που μόνο εμείς τα αντιλαμβανόμαστε. Βρισκόμαστε, μετά τη ζωή, στον αέναο ύπνο με το διαρκές όνειρο ή εφιάλτη!  Κατάλαβες;

Ο Οσλάο, αμίλητος, σχεδόν μαρμαρωμένος, είχε αρχίσει να φοβάται ότι ο Μεγάλος την είχε ψωνίσει. Κουρνιασμένος στη πολυθρόνα ψέλλισε "προσπαθώ αφεντικό, αλλά κάντο μου πιό λιανά, να καταλάβω καλύτερα".

-Ακόμη δεν είμαι σε θέση να σου εξηγήσω... Μόλις βρίσκομαι στην αρχή του νήματος-νοήματος, αλλά ξετυλίγοντάς προσεκτικά το κουβάρι, θα βρώ την άκρη.

 Όταν ο Μαρακά βρισκότανε σε αδιέξοδο συλλογισμού, άλλαζε κουβέντα, όπως και τώρα, ρίχντοντάς το στο κουτσομπολιό, αναπόσπαστο ψεγάδι παντός ανθρώπου:   

-Μάρκο, η εθνική μας σταρ ακόμη βρίσκεται στις ομορφιές της! Λες να έχει κι αυτή το φάρμακο;

-Μπορεί να το έχει και η Δόνα Κατερίνα Ολιβιέιρα, χασκογέλασε ο Ίνκα, βέβαιος πως θα πεταγόταν από την πολυθρόνα το αφεντικό του.

Έτσι κι έγινε, καθώς ο μπάτλερ τού πρότεινε μια εφημερίδα και του΄ δειξε να διαβάσει σε μια στήλη. Ο Τοσναθάα την άρπαξε  και του 'γνεψε να πάει στη κουζίνα. Έσκυψε και βρήκε το νέο:

"Αθήνα. Η δόνα Κατερίνα, χήρα και κληρονόμος του ζάπλουτου Λιμπερτιανού Κροίσου Ολιβιέιρα, έκανε την εμφάνιση της στη μεγάλη φιλανθρωπική γιορτή που έγινε στο ξενοδοχείο του Αιγαίου "Γλυκιά Ζωή" και πρόσφερε για τα καθυστερημένα παιδιά 50.000 δολάρια. Ποσόν που της επέτρεψε να τη συνοδεύσει στην πίστα για τον πρώτο χορό, ο διάσημος αστέρας του κινηματογράφου Νέλσον Μπράντφορντ, που παραθερίζει κι εκείνος στην Ελλάδα".

Ο φυγάδας διαβάζοντας την είδηση ξανάχε γίνει ο Μαρακά, που πριν πολλά  χρόνια, ως πρόεδρος, είχε γνωρίσει την πανέμορφη αυτή γυναίκα νιόπαντρη, τότε, με  ηλικιωμένο  μεγιστάνα της βιομηχανίας. Η γυναίκα του τελευταίου πολύ νέα, ο Μαρακά λίγο πάνω από τα πενήντα.

Σε μιά δεξίωση είχανε χορέψει και μιλήσει. Ξετρελάθηκε με την ομορφιά, τη χάρη και την εξυπνάδα της.  Χτυπημένος από τα βέλη  του παράφορου έρωτα ο Μαρακά, καλούσε το ζεύγος Ολιβιέιρα παντού, στην αρχή για να τη βλέπει και μετά, για να μη χάνει ευκαιρία να της εξομολογείται πόσο του άρεσε. Κι εκείνη του λάσκαρε και του τέντωνε το σχοινί και για αρκετό καιρό τον έπαιζε όπως η γάτα το ποντίκι. Στο τέλος ο πρόεδρος, που δεν πίστευε ότι η Δόνα Κατερίνα μπορούσε να είναι πιστή στο γέρο σύζυγο της, ανακάλυψε πως είχε ερωμένο το νεαρό σοφέρ της. Δεν της το συγχώρεσε και ο Οσλάο, μπορεί και με πρωτοβουλία του, ανέλαβε να το μάθει ο άντρας της... Εκείνος ετοιμάστηκε να τη χωρίσει, αλλά δεν πρόλαβε γιατί έπαθε συγκοπή... Έτσι η νεαρή χήρα έγινε από τις πλουσιότερες γυναίκες της Νότιας Αμερικής και οι έρωτες της με καλλιτέχνες, ποδοσφαιριστές και ταυρομάχους, απασχολούσαν τους αναγνώστες των λαϊκών εφημερίδων και περιοδικών. Ο Μάρκος κρυφοκοίταζε τις αντιδράσεις του Μεγάλου, γιατί ήξερε τα καθέκαστα λεπτομερώς... Χασκογελούσε μέσα του, καθώς παρακολουθούσε το πρόσωπο του αφεντικού του να κοχλάζει από θυμό, έτοιμο να εκραγεί. Και ποιες και πόσες δεν είχε ρίξει ο Πρόεδρος, τότε στα ντουζένια του, όλες στα γρήγορα και αρκετές με ζωώδη βιασύνη. Μετά την πράξη, τις άφηνε ταπεινωμένες να μαζέψουνε τα εσώρουχα τους, ενώ εκείνος εξαφανιζόταν. Ο υπερέτης  τις συνόδευε από την πίσω πόρτα κοιτάζοντας τες κατάματα, λες και  τους έλεγε: γυρίστε τώρα στον κερατά σας. Κι οι κερατάδες ήσαν ανήξεροι ή κάποιοι που θέλανε να έχουνε οφίτσια...

Ο Τοσναθάα είχε βάλει την τηλεόραση δυνατά, είχε κλείσει την πόρτα -μόλις που πρόλαβε ο Μάρκος να εξαφανιστεί πίσω της- και ο έμπιστος του τον φανταζότανε τώρα να βηματίζει πάνω-κάτω και να βρίζει μεγαλόφωνα στολίζοντας τη Δόνα  Κατερίνα με  κοσμιτικά  επίθετα... Αυτός ο γυναικάς που ποτέ όμως δεν έδινε το δικαίωμα για σχόλια (σεβάσου τον εαυτό σου για να σε σέβονται, πρέσβευε) λυσσομανούσε τώρα αναδρομικά, γιατί του είχε ξεφύγει η αγέρωχη Ολιβιέιρα. Ο Οσλάο-Μάρκος ακουμπούσε το αυτί του στην πόρτα, προσπαθώντας ν' ακούσει τις βρισιές του αφεντικού του, αλλά η τηλεόραση τον εμπόδιζε. Πάσχιζε ν' ακούσει και να τα διηγηθεί μετά λεπτομερώς στον εμίρη, που αγαπούσε τον Πρόεδρο, αλλά ήθελε να μάθει   τις αδυναμίες του, γιατί του το΄ παιζε δυνατός.

Παιδί της ερήμου ο Άραβας αλλά και καλοπερασάκιας λόγω αμύθητου πλούτου, μαθημένος πάνω σε ατίθασα άτια και μέσα σε πολυτελείς λιμουζίνες, δεν ήθελε να του παριστάνει ο Λιμπερτιανός τον άτρωτο σε αδυναμίες. Ο Οσλάο είχε μείνει κατάπληκτος, όταν ο εμίρης τον ρωτούσε, πίσω από την πλάτη του Μαρακά, για λεπτομέρειες της ιδιωτικής ζωής του αφεντικού του... Ο Αραβας ήθελε να μάθει κυρίως αν ο Μαρακά είχε αυτός χωρίσει τη μοναδική γυναίκα που είχε παντρευτεί ή αν εκείνη του είχε εγκαταλείψει. Ο μπάτλερ όμως πού να βγάλει λέξη και να του αποκαλύψει, πως εκείνος την είχε διώξει, όταν κατάλαβε πως δεν είχε πια δυνάμεις... Εκείνη ήτανε πολύ νεώτερη του, παιδιά δεν είχανε κάνει, βρισκόντουσαν  στην εξορία και τρωγότανε με τα ρούχα του κάθε μέρα. Έτσι της το 'πε ξεκάθαρα: Εδώ χωρίζουν οι δρόμοι μας, μπορείς να χαρείς ακόμη τη ζωή σου με κάποιον άλλον. Ούτε σκηνές, μήτε λόγια, μόνο να φτιάχνει ο Οσλάο βαλίτσες και μπαγάζια και να σκέφτεται πως μόλις έφευγε η κυρία, θ' αρχίζανε πάλι -όπως παλιά- τα σούρτα φέρτα του στιγμιαίου μαρκαλίσματος και βατέματος, απαράλαχτα όπως τα κριάρια και τα κοκόρια... Γιατί ο Μαρακά ψέματα έλεγε στην κυρία, πως δεν είχε πια δυνάμεις. Κάποιες τού είχανε μείνει και τ' αποθέματα τους ήθελε να τα χαρεί με νεαρές γυναίκες. Ο αποχαιρετισμός στα όπλα ήθελε να είναι πανηγυρικός κι όχι ρουτινιέρικος, "ολίγον από τα ίδια...", όπως έλεγε χασκογελώντας ο υπηρέτης του, που πίσω από την πόρτα τώρα προσπαθούσε να κρυφακούσει. Ο Οσλάο ήξερε πως μόνο μια πολυξερη της ηδονής  σαν την Δόνα Κατερίνα, μπορούσε να μεταμορφώσει και πάλι το αφεντικό του σε επιβήτορα θηρίο, όπως παλιά, πριν του γίνει  πάθος η πολιτική. Αν και τότε έκανε τις αρπαχτές του μουλωχτά, βιαστικά, πως λέμε πείνασα, να βάλω μιά μπουκιά  στο στόμα μου κι΄όχι να κατεβάσω τον αγλέουρα,  σαν τον  άλλο  τον Ασντρεάο, τον   αδηφάγο καυχησιάρη. Και να, που ο κουτσομπόλης  υπερέτης, κρατούσε στα χέρια του μιά εφημερίδα, με την είδηση που ενδιέφερε το αφεντικό του. Στη Λιμπερτά είχε γίνει Ίδρυμα Ασντρεάο και ο σχολιαστής της εφημερίδας αναρωτιόταν αν θα έβαζαν στη μεγάλη αίθουσα και τις φωτογραφίες της  χήρας του, μιάς νταρντάνας με ξεδιάντροπα ντεκολτέ...Ο Οσλάο έδειχνε τις προκλητικές φωτογραφίες της εφημερίδας στον Μαρακά κι΄εκείνος υπομειδιώντας, του είπε ότι δεν τον ενδιαφέρουν τέτοια φληναφήματα. Μετά, κοίταξε το κολλητό του, χαμογέλασε  και τον ρώτησε:    

-Δεν μου λές , αν το πνεύμα και η ψυχή του ανθρωπίνου όντος που εγκαταλείπει τη ζωή, περιπίπτει σε αιώνια ύπνωση ονείρου και εφιάλτη, Τί νομίζεις για τον Ασντρεάο; Θα βρίσκεται ως πασάς μετά οδαλισκών σε κάποιοω οντά ή θα  συμπάσχει με κάποιους τριτικοσμικούς...

-Τί είναι αυτά που λες αφεντικό;Είμαι σίγουρος ότι το καλοκαίρι θα ρίχνει τις ξάπλες του ανάμεσα σε γυμνόστηθες ψηλοκάπουλες  στην Ελουντάνα  και το χειμώνα θα μπεκροκοπάει  στα ξενυχτάδικα  της Καπιτόλια.  

-Λες; 

-Δεν λέω τίποτα, από τότε που έχασα το στοίχημα ότι η δεύτερη σύζυγος του Ασντρεάο θα γινόταν η Έυα Περόν της Λιμπερτά!

-Να δούμε αν θα το χάσω κι΄εγώ, γιατί  έλεγα ότι το καλό της χώρας απαιτεί  ο πρωθυπουργός πρέπει να ορίζει πρόεδρο από την αντιπολίτευση. :  Αλλά η πολιτική δεν είναι πλέον για εμάς και προς το παρόν βλάχο, έχουμε άλλη δουλειά, να βγούμε από τη ναφθαλίνη, να ξεσκουριάσουμε... 

Ο Τοσναθάα σήκωσε το ακουστικό και πήρε κατευθείαν στην Ελλάδα τον Ιζό. Όταν άκουσε ότι η Δόνα Κατερίνα θα έμενε εκεί, για αρκετές ημέρες ακόμη, χαμογέλασε. Αλλά όταν πληροφορήθηκε ότι η χήρα του Ασντρεάο, ζητούσε να της κάνουν γερή ανακυττάρωση, κατσούφιασε και τους είπε: "Προς Θεού, αν τη ξανανιώσετε αλλίμονό μας. Θα είναι ασυγκράτητη και θα το πάρουν είδηση τα ριάλιτι σόου για το ελιξίριο που κατέχετε. . Παίρνω το πρώτο αεροπλάνο κι΄έρχομαι".  ο Μαρακά προχώρησε στο μεγάλο καθρέφτη της τουαλέτας, άναψε τα δυνατά φώτα και κοιτάχτηκε καλά μέσα του. Έβλεπε ένα γεροδεμένο και κομψό μελαχρινό άντρα, με λεπτό μουστάκι και κοντοκομμένα γένια, που δεν είχε καμιά απολύτως ομοιότητα με τον παλιό ξυρισμένο εαυτό του,  που ποθούσε την πιο όμορφη γυναίκα της Λιμπερτά. Έτσι, ο πρώην Πρόεδρος καμαρώνοντας στον καθρέφτη, έβαλε για σκοπό στο παμπόνηρο μυαλό του, να απολαύσει το ξανανιωμένο εύρωστο σώμα του τη γυναίκα που του είχε αντισταθεί, τότε που καμιά άλλη γυναίκα της Λιμπερτά δεν είχε διανοηθεί να το κάνει..

-Αφεντικό δεν πιστεύω να μη με πάρεις και μένα μαζί σου;ακούστηκε η φωνή του Οσλάο.

Στεκόταν στη πόρτα, ανήσυχος ότι μπορεί να τον άφηνε  στο Μανχάταν και να μη τον συνόδευε στο ταξίδι του. "Θα σε πάρω μαζί μου", είπε ο Μεγάλος, "αλλά κακομοίρη μου θέλει μεγάλη προσοσή μη μας πάρουν είδηση, ποιοί ακριβώς είμαστε".

-Έτσι ξανανιωμένους ποιός μπορεί να μας γνωρίσει...

-Δεν ξέρεις, γιατί εκεί βρίσκεται και η χήρα του Ασντρεάο, διαβόλου κάλτσα, αφού μπόρεσε και τύλιξε τον εξυπνότερο πολιτικό αντίπαλο που είχα ποτέ.

-Με το συγνώμη αρχηγέ, αλλά του είχες κάνει ποτέ νύξη γι΄αυτή την απερισκεψία του;

-Απερισκεψία πνεύματος προς τέρψη σάρκας ή περί ορέξεως κολοκυθοκορφάδες... Στο πολύωρο ταξίδι μας,για να περάσει η ώρα, ίσως θα σου μιλήσω σχετικά..

-Μου το κόβεις στο καλύτερο μέρος αφεντικό.

-Όπως στους παλιούς λαικούς κινηματογράφους, όπου μετά τη κυρίως ταινία,  βάζανε ένα επεισόδιο μιάς άλλης περιπετειώδους...

-Θυμάμαι αφεντικό... Το παλικάρι δεμένο στις ράγιες, ενώ το τρένο πλησίαζε, αλλά απότομα η συνέχεια την επόμενη Δευτέρα...   

Στο ταξίδι  ο Μαρακά είχε καλέσει  τον  φίλο του Ελ Μαχρή, που τον συνόδεψε με περιέργεια, γιατί ο Οσλάο είχε προλάβει να τον ενημερώσει ότι επρόκειτο για γυναικοδουλειά. Το υπερηχητικό τζετ  τους έφερε από τη Νέα Υόρκη στην Αθήνα και με θαλαμηγό φτάσανε στο νησί του Αιγαίου, όπου οι δυό γιατροί είχαν εγκαταστήσει το θεραπευτήριο ξενοδοχείο πέντε αστέρων  "Γλυκιά ζωή". Τους υποδέχτηκαν με κάποιο φόβο, γιατί το ενδιαφέρον του Μαρακά για την Δόνα Κατερίνα τους ανησυχούσε, όπως και τον Οσλάο  για τον παραλογισμό του αφεντικού του, που ποτέ δεν τον είχε δει αναστατωμένο για  ποδόγυρο.

Καθώς ο Οσλάο άδειαζς τις βαλιτσες και τακτοποιούσε τα κοστούμια στη ντουλάπα της σουίτας, πέρασε ξαφνικά ένας  υπερηχιτικός σύφουνας πάνω από το κτίριο, που το τράνταξε. Ο Μαρακά πετάχτηκε από το μπάνιο, φόρεσε το μπουρνούζι του και βγήκανε κι΄οι δυό στη βεράντα. Στη διπλανή, ένα ζευγάρι λιαζότανε στις πολυθρόνες, μήτε είχε δώσει σημασία στο περιστατικό. Κατέφθασε ο Ηζώ, για να καθησυχάσει τον πρόεδρο ότι ήταν ένα συχνό φαινόμενο τουρκικών τζετ, να πετάνε πάνω από τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου. "Είναι η αεροπορική ενίσχυση της Τουρκίας από την Αμερική, για να κρατάει την Ελλάδα σε πολεμική εγρήγορση", σχολίασε ο γιατρός και ο Μαρακά έπεσε σε περίσκεψη... Θυμόταν που αυτοεξόριστος το 1967 είχε ταξιδέψει από το Παρίσι στη Νέα Υόρκη κι΄εκεί έμαθε εμπιστευτικά, ότι στη Λιμπερτά θα ξεσπούσε στρατιωτικό κίνημα.Το είχε αποκαλύψει σε νεαρό Λιμπερτιανό δημοσιογράφο κι΄εκείνος το δημοσίευσε πρωτοσέλιδο σε εφημερίδα της Καπιτόλια.

Ο Ελ Μαχρή τον βρήκε σκεφτικό και τον ρώτησε, πότε θα ξεκινήσει το παιχνίδι του κρυμένου θησαυρού. Του έδειξε στο τραπεζάκι της βεράντας τα κυάλια και την κατεύθυνση που θα έπρεπε να δει. Τα πήρε ο Άραβας και τα έστρεψε σε κοντινή βεράντα, όπου έκανε ηλιοθεραπεία μιά γυναίκα. Ήταν η   Δόνα Κατερίνα, που δεν του φάνηκε και πολύ ξανανιωμένη. Ο Νταπά τού εξήγησε ότι δεν κάνουν στους πελάτες τους δυνατή θεραπεία, για να μην έχουν έντονα εντυπωσιακά αποτελέσματα και προκαλέσουνε σχόλια και δημοσιογραφικές έρευνες. Ο Μαρακά   όμως δεν την ήθελε ολίγον σιτεμένη, αλλά ολόφρεσκια όπως τότε. Γι΄αυτό είπε λίγο επιτακτικά στο γιατρό:

-Θέλω μια δόση για την κυρία, που να την φέρει πίσω στα νιάτα της!

Οι  γιατροί κοιτάχτηκαν παραξενεμένοι, που ο άλλοτε σοβαρός πρόεδρος παρουσίαζε φαινόμενα ασυγκράτητου παιδαρελιού. "Μα, τι λέτε κύριε πρόεδρε; Θέλετε να διακινδυνέψουμε και να αρχίσουν να τρέχουν πίσω από τη ξανανιωμένη οι παπαράτσι και οι κάμερες; Σκεφτήκατε σε τι μπελάδες μπορεί να εμπλακούμε;"  Επενέβη ο πετρελαιάς, αποφασισμένος να μη πάει άδικα το ταξίδι που έκανε:

 -Θα  προσκαλέσω την κυρία σε  κρουαζιέρα με τη θαλαμηγό μου και το ξανάνιωμά της  θα γίνει εκεί. Αναλαμβάνω προσωπικά ότι κανένας τρίτος δεν πρόκειται ν' αντιληφθεί ούτε να μάθει τίποτα. Ο πιστός μας Οσλάο θα υποδυθεί  το θεραπευτή μασέρ και εκείνη θα πιστέψει ότι με τη μέθοδο του ξανάνιωσε. Μετά, θα δούμε τι θα γίνει...

 Η κρουαζιέρα ήτανε μια ευχάριστη έκπληξη για την άλλοτε πανέμορφη χήρα, που φαινομενικά, με το εντατικό μασάζ και τις αλοιφές -ουσιαστικά με το θαυματουργό φάρμακο- αντίκρισε ένα πρωί στον καθρέφτη τον εαυτό της όπως ήτανε πριν πάρα πολλά χρόνια. Την ίδια μέρα, πάνω στον ενθουσιασμό της, εμφανίστηκε ο κύριος Τοσναθάα, εισοδηματίας από το Περού, που ο Άραβας  τον σύστησε για καλό του φίλο.

Ήσυχη φεγγαρόφωτη βραδιά, πολύχρωμα λαμπιόνια, μουσική από ορχήστρα και χορός στην πισίνα, που μετατρεπότανε σε πίστα. Εκείνος με κάτασπρο κοστούμι  κι η Δόνα Κατερίνα, με αραχνοΰφαντο έξωμο, χορεύανε το αθάνατο τανγκό. Αθάνατος ένιωθε κι ο Ελ Μαχρή-Άχαλ, έστω κι αν χρόνο με χρόνο λιγοστεύανε τα αποθέματα πετρελαίου του γιου του και προσπαθούσε να αποκτήσει ακόμη περισσότερες καταθέσεις σε διάφορες τράπεζες και μετοχές σε πολυεθνικές εταιρείες. Μόλις το ζευγάρι γύρισε στο τραπέζι, τους είπε:

-Σας καμαρώνω, γιατί ταιριάζετε.

Η κοκέτα, είχε ανοίξει το τσαντάκι της, κοιτάζοντας το πρόσωπο της στο καθρεφτάκι με φιλαρέσκεια και έκπληξη. Ακόμη δεν μπορούσε  να συνειδητοποιήσει  το απότομο θαύμα, που συνοδευότανε και με νεανικές ορέξεις... Ξαφνικά, μιά νταρντανογυναίκα  άφησε το νεαρό καβαλιέρο της και ήρθε και στάθηκε μπροστά στη ξανανιωμένη, κοιτάζοντάς την με έκπληξη. "Μα τί ομορφιές, τι κομψότητα είναι αυτή Δόνα Κατερίνα", είπε, αλλά καταλαβαίνοντας ότι την έφερνε σε δύσκολη θέση μπροστά στη παρέα της, χαμογέλασε, 'θα τα πούμε μετά", είπε  και ξαναγύρισε στη πίστα. "Νά΄ταν η ζήλεια ψώρα", μουρμούρισε  η Δόνα Κατερίνα, αλλά ο Μαρακά, ρώτησε ποιά ήταν αυτή  η γυναίκα.

 -Η άλλοτε Ευίτα της Λιμπερτά, που δεν το βάζει κάτω  ούτε με τους θαυμαστές, ούτε με τις συνεντεύξεις.

Ο Μαρακά θυμήθηκε τη  σύζυγο του Ασντρεάο, τη πλαταροβούνα, όπως την έλεγε ο Οσλάο, λογω του όγκου της. "Εντυπωσιακή γυναίκα" είπε ο Ελ Μαχρή, αλλά εκείνη τη στιγμή ένα γκαρσόνι έσκυψε στο αυτί του  κι΄εκείνος  σηκώθηκε και προφασίστηκε ότι είχε  ένα επείγον τηλεφώνημα. Έκανε χειροφίλημα στη Δονα Κατερίνα και  τους άφησε μόνους.  Ο Μαρακά κάπνιζε κοιτάζοντας το φεγγάρι, ετοιμαζότανε για τη μεγάλη στιγμή... Η χήρα παρατηρώντας τον, αναρωτιόταν αν είχε ξανασυναντήσει αυτό το παράστημα και τους μονοκόμματους τρόπους, που φανέρωναν αρχοντοχωριάτη.

-Σενιόρ Τοσναθάα, μήπως έχουμε συναντηθεί πριν πολλά χρόνια; ρώτησε.

-Όχι, γιατί αν είχει γίνει αυτό δε θα σας άφηνα να φύγετε.

-Τώρα θα με αφήσετε; έκανε φιλάρεσκα εκείνη.

-Τώρα είναι αργά, γιατί γέρασα.

 -Εγώ δε βλέπω να φαινόσαστε γέρος, αλλά αφού το λέτε εσείς, κάτι θα ξέρετε. Ζείτε μόνος;

-Κατάμονος.

-Περίεργο. Καμιά γυναίκα από όσες γνωρίσατε δεν την κρατήσατε κοντά σας, να την κάνετε ευτυχισμένη;

-Αυτό είναι κομπλιμέντο;

-Μάλλον, αλλά μη νομίσετε ότι σας προκαλώ. Γιατί είμαι κατά του γάμου. Μόνο μια φορά παντρεύτηκα από σύμπτωση.

 "Από συμφέρον", ήθελε να τη διορθώσει, αλλά μόνο την κοίταξε φαινομενικά αδιάφορα, κρύβοντας όμως μέσα του ανάκατα  πάθος και μίσος  για τη μοναδική γυναίκα που του είχε αντισταθεί στη ζωή του.

 -Κι όμως κάποιον μου θυμίζετε, ξανάπε η Δόνα Κατερίνα.

-Αυτόν που σας θυμίζω τον συμπαθούσατε ή τον αντιπαθούσατε;

-Και τα δύο. Ως άντρας ήταν ελκυστικός, όπως ακριβώς εσείς. Ως χαρακτήρας απότομος και κακός.

-Κακός;

-Και κάτι χειρότερο. Επειδή είχα αποκρούσει την πολιορκία του, μου φερόταν χλευαστικά μπροστά σε τρίτους.  Αν είχα ενδώσει, ασφαλώς δε θα ήμουνα συμφεροντολόγα πόρνη, όπως έλεγε.

-Ίσως να σας αγαπούσε πολύ... Η ζήλια ξέρετε δημιουργεί κομφούζιο και στον πιο τέλειο τζέντλεμαν.

-Δεν με αγαπούσε, μόνο με ποθούσε... Ο άνθρωπος αυτός ήταν πολιτικός και τα πάντα στη ζωή του τα έβλεπε ή σαν σκαλοπάτια ν' ανέβει ή σαν πόρτες να περάσει. Ακόμη και τον έρωτα τον θεωρούσε κατώτερη πράξη, όπως είναι το φαγητό και οι σωματικές ανάγκες...

-Και πως το ξέρατε εσείς;

-Βούιζε το περιβάλλον του, ότι προτιμούσε ένα ρητορικό τσιτάτο, από μιά ωραία γυναίκα...

Ο Τοσναθάα έμεινε εμβρόντητος με τα τελευταία λόγια της Δόνα Κατερίνα κι αντέδρασε, πώς αλλιώς, όπως ο παλιός Μαρακά.

-Δε μου λέτε, κυρία μου, πώς είσαστε τόσο κατηγορηματική για αυτόν τον άνθρωπο; Μόνο τον σοφέρ σας, που έγινε εραστής σας, μπορεί να τον ξέρετε τόσο καλά.

Η χήρα Ολιβιέιρα, τώρα πια, είχε βεβαιωθεί ότι απέναντι της βρισκόταν ο Μαρακά.

-Κύριε πρόεδρε, ο κακός σου χαρακτήρας σε πρόδωσε. Είμαι βέβαιη τώρα ότι, όπως ο Ελ Μαχρή έτσι και εσύ, διατηρείστε ξανανιωμένοι, με τη θεραπεία που μου έκαναν κι εμένα. Γλίτωσες από την ανατίναξη της "Αστραπής" και συνεχίζεις μια μυστική ζωή. Μα είναι καταπληκτικό! Πρέπει να είσαι γύρω στα 85 και δε φαίνεσαι ούτε πενήντα!

-Κι εσύ, Κατερίνα, γύρισες δυο-τρεις δεκαετίες πίσω. Έγινες όπως ήσουνα όταν σε ποθούσαν οι άντρες...

-Και σένα γυναίκες και γκέι...

-Τί είναι αυτά που λές; Κουτσομπολιά μυθεύματα όσων με ζήλευαν πίσω από τη πλάτη μου. Με είχε απορροφήσει τόσο η πολιτική και η σωτηρία της χώρας, που το κρεβάτι το χρησιμοποιούσα μόνο για να κοιμάμαι μετά τις ασχολίες της ημέρας. Ενώ εσύ, ήταν εφαλτήριο πλουτισμού και κοσμικής έπαρσης.  Αλλά ας τα ξεχάσουμε όλα, αφού μας δώθηκε η θεία χάρις ν΄απολαύσουμε μαζί κάτι που στερηθήκαμε τότε... 

Άπλωσε ν' αγγίξει το χέρι της πάνω στο τραπέζι, εκείνη ένιωσε προς στιγμή κολακευμένη, γιατί ποτέ αυτός ο άντρας από γρανίτη δεν είχε λυγίσει μπροστά σε  γυναίκα, εκτός από αυτή την ίδια. Μόλις ένιωσε την επαφή του χεριού του, τράβηξε το δικό της.

- Ακουσε, Πρόεδρε, είναι αλήθεια ότι είμαι συγκλονισμένη από τα αποτελέσματα του δώρου σου, γιατί οπωσδήποτε δική σου προσφορά είναι το ξανάνιωμα μου. Αλλά όπως ξέρεις δεν είμαι καμιά γυναικούλα, σαν κι εκείνες που χρησιμοποιούν κάποιοι ως δοχείο νυκτός. Αυτό έγινε μιά και μόνο φορά, αλλά όλες τις άλλες δεν ήμουνα νοσοκόμα αλλά γιατρός που έκανα επιλογή των ασθενών μου... Ναί, μην απορείς, γιατί όλοι σας είσαστε ψυχασθενείς του λίμπιντο, όπως ο αντίπαλός σου Ασντρεάο, που εξευτελίστηκε με τις νταρντανογυναίκες...

-Εσύ, Δόνα Κατερίνα, ήσουνα από θείο καλούπι ομορφιάς, τι σχέση μπορει νά΄χεις με λαικές γυναίκες ... Γι΄αυτό, επίτρεψέ μου, να σου ζητήσω συγνώμη...

-Με πολύ μεγάλη καθυστέρηση... Και μιά που μου δίνεται η ανέλπιστη αυτή ευκαιρία, πρέπει να ξέρεις κύριε πρόεδρε, ότι πολύ με είχε ταπεινώσει η συμπεριφορά σου απέναντί μου, έστω όχι στην αγέρωχη Δόνα Ολιβιέιρα, αλλά στη κοπέλα που μέσω ενός  ηλικιωμένο άντρα, γλίτωσε από τη φτώχεια τους δικούς της. Εσύ πρόεδρε χρησιμοποίησες τα προσόντα της εμφάνισής σου  και του μυαλού σου στο γραφείο,εγώ στη κρεβατοκάμαρα. Από το ίδιο καλούπι έχουμε βγεί, οπότε δεν ταιριάζουμε ο ένας εντός του άλλου... Ορεβουάρ ή μάλλον αντίο.

-Σε παρακαλώ, μη φεύγεις.

-Σε αποχαιρέτησα  γαλλιστί,  για να θυμηθείς το Παρίσι του φίλου μας Δον Φερπλέιρα, που πρέσβευε ότι χρήσιμη  είναι η μεγαλοφυία του πάνω κεφαλιού, αλλά απολαυστικότερη του κάτω...

 Ο Μαρακά είχε εξαγριωθεί σαν ταύρος μπροστά στο κόκκινο πανί του ταυρομάχου. Δεν μπορούσε όμως να κάνει αλλιώς κι΄έσκυψε και της είπε:

 -Σε λίγο καιρό να πας να δεις στο καθρέφτη τις ρυτίδες σου, γιατί η θεραπεία σου τελειώνει από αυτή τη στιγμή! Και μιά που βρίσκόμαστε στην Ελλάδα, ανέβα να δεις τον Παρθενώνα, έτσι ερε'ιπιο θα καταντήσεις κι΄εσύ...

Η Δόνα Κατερίνα, του πέταξε ένα "ϊερόσυλε" κι΄απεχώρησε αγέρωχη, όπως είχε έρθη. Το "ιερόσυλε" τον πείραξε περισσότερο κι΄από τη στάση της, γιατί σκέφτηκε ότι ταξίδεψε τόσο μακρυά για να  εκπληρώσει το πάθος του κορμιού του κι΄όχι, έστω με την ευκαιρία, ν΄ανεβεί στην Ακρόπολη ν΄αποθέσει το πνεύμα του... Θυμότανε... Κάποτε είχε ξεναγηθεί στον Παρθενώνα, που τουχε κάνει μεγάλη εντύπωση, συνδέοντας ότι είχε διαβάσει για την αρχαία Αθήνα, τον Μεγάλο Περικλή, τους φιλοσόφους, τους γλύπτες της... Κι΄όμως περισσότερη εντύπωση τουχαν κάνει, όταν σταμάτησε για μιά ανάσα, κάποια διάσπαρτα μάρμαρα...Μάρμαρα άσπρα, αλλά ηλιοψημένα και γλειμμένα από τη βροχή και την αιωνιότητα, με αγριόχορτα ανάμεσά στο λαμπρό παρελθόν... Αγριοχορταράκι κι΄ο άνθρωπος που επιβιώνει σε κάψωνες και παγετώνες...       

   Έτσι τέλειωσε άδοξα  η συνάντηση της ατίθασης  γίδας με τον βαρβάτο  τράγο των Άνδεων, όπως παρομοίωζε τη χήρα και τον αφεντικό του ο ορεσίβιος  Οσλάο, που περίμενε εναγωνίως την εξέλιξη και είδε τον πρόεδρο να επιστρέφει αμίλητος και συνοφρυωμένος, με τις φρυδάρες του σαν περόνες να τον τρυπήσουν... Περισσότερο από την ακατάσχετη φραστική επίθεση της Ολιβιέιρα, είχε πειράξει τον Μαρακά, η αναφορά στον Δον Φερπλέιρα, τον γκέι  ευπατρίδη γαιοκτήμονα, μιά σχέση πλατωνική για τον παλιό πολιτικό απέναντι στο νέο. Η λασπολογία αυτή τον λέρωνε   σε όλη του την πολιτική καριέρα, λες και οι άλλοι ήξεραν ότι στα νεανικά του χρόνια, δεν θαύμαζε τους ηθοποιούς και τους αθλητές, όπως όλοι οι νέοι, αλλά κάποιους πλέυ μπόυ που διέπρεπαν  στα σαλόνια  και στα κρεβάτια του Παρισιού.

Παρίσι του μεσοπόλεμου, πόλη του πνεύματος αλλά και της απόλαυσης , κάτι σαν αντιφέγγισμα των Αθηνών του Χρυσού αιώνα, με τον Περικλή, τον Σωκράτη, τον Αλκιβιάδη και την Λαίδα την Κορινθία! με! Το Παρίσι ήταν για τον επαρχιώτη φοιτητή, ένα ανεκπλήρωτο όνειρο, σαν το ποίημα εκείνου που ξεκινάει να το γνωρίσει, αλλά ένα σταθμό πριν, κατεβαίνει από το τρένο και επιστρέφει για να διατηρήσει την αύρα  στη φαντασία του... Σ΄αυτή τη πόλη την ονειρεμένη  είχε μείνει και  ο Δον Φερπλέιρα, στο φημισμένο ξενοδοχείο όπου ένας άλλος καπιτολιανός νέος, κοιμότανε στα πούπουλα και στα μετάξια μιάς μιλιονέρας... Ο Ίνκα  συχνά αμπελοφιλοσοφούσε και πίστευε πως αν ο φοιτητής  Μαρακά   δεν είχε τη πετριά της πολιτικής και τη φιλοδοξία ν΄ανεβεί τα σκαποπάτια της εξουσίας, σίγουρα  θα είχε αναζητήσει τη τύχη του στη πόλη που διέπρεπαν και κάποιοι λιμπερτιανοί επιβήτορες. Ο  αρρενωπός επαρχιώτης, σπουδάζοντας στη Καπιτόλια, ένιωθε στραμένες πάνω του τις λιγωμένες ματιές των γυναικών και σνομπάριζε τους μπουρζουά συμφοιτητές του -γελάδια τους αποκαλούσε-   που με την αβάντα της καταγωγής τους και τις σπουδές στους στο κολέγιο της ανώτερης τάξης,  θα βοσκούσαν αργότερα στο λιβάδι της πολιτικής. Ο φοιτητής Μαρακά ένιωθε περήφανο ταυρί ανάμεσα στις αγελάδες που τον λιμπίζονταν...Όσο για τα άλλα ταυριά, ήξερε πως εναπαυόντουσαν στη καταγωγή τους κι΄όχι στις δικές τους δυνάμεις. Σκορποχώρι θα σας κάνω μιά μέρα, έλεγε ο επαρχιώτης φοιτητής, όπως κάι το΄ κανε. 

 Αυτά αναπολούσε ο  Οσλάο στο δωμάτιό του, αλλά συλλογιζότανε κι΄άλλα τωρινά:  Ότι έπρεπε να βρει γυναίκα για να καταλαγιάσει τις ορμές του αφεντικού του,  μετά το στραπάτσο που ΄χε δεχτεί από την Δόνα Κατερίνα. Απο  την μισάνοιχτη πόρτα, ακουσε  να τον καλεί η βραχνή φωνή του. Μπήκε  και τον αντίκρισε όρθιο με τη γκρενά ρόμπα του, ευθυτενή κι΄αγέρωχο, όπως τον παλιό καιρό που του φερνε να φορέσει το φράκο με το ημίψηλο. Να όμως πάλι, που τον ρώτησε τα παλαβά του:

-Αν είσαι κι΄εσύ, όπως κι΄εγώ, εκτόπλασμα από το παρελθόν, με αναγνωρίζεις ποιός είμαι;

-Βεβαίως αφεντικό.

-Ε, λοιπόν καψερέ μου, με την αποψινή μου συμπεριφορά, κατάλαβα μόλις τώρα, ότι δεν έχω καμία απολύτως σχέση με τον δίκαιο και αξιοπρεπή πρόεδρο Μαρακά, που κι΄εσύ, αλλά περισσότερο εγώ ο ίδιος, γνωρίζαμε... Παλιέ πιστέ  φίλε, επιβεβαιώθηκε  αυτό που σου έλεγα πριν λίγες ημέρες: Ούτε ελιξίριο, ούτε εγώ, ούτε εσύ,  ούτε Εμίρης, ούτε Δόνα Κατερίνα υπάρχουν, παρά μόνο ένα ενύπνιο εντελώς ανεξέλεγκτο  που  φοβάμαι ότι μπορεί να εξελιχθεί σε εφιάλτη... Στη ζωή μου ποτέ δεν κυνήγησα μετά μανίας,  ούτε έθιξα γυναίκα κι΄εσύ το ξέρεις πολύ καλά... Να όμως που μετά θάνατον - είμαι σίγουρος ότι δεν υπάρχω - το αθάνατο μου πνεύμα με βάζει σε πειρασμό να κάνω ότι σιχαινόμουν εν ζωή... Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Θα καταλάβεις όμως αν ανοίξεις το λεξικό και δεις ότι η λέξη ενύπνιον, σημαίνει τη μοναδική λειτουργία του ανθρωπίνου οργανισμού που παραμένει αδέσμευτη.  Ίνκα, μόλις πάψει η λειτουργία του σαρκίου, απελευθερώνεται το πνεύμα και η ψυχή και σκαρώνουν και μας αιχμαλωτίζει στο όνειρο της αιωνιότητας. Θεικό δημιούργημα, εικονικού παραδείσου και κόλασης... Κατάλαβες; Αλλά που να καταλάβεις προβατάκι μου, αφού δεν το ΄χουν αντιληφθεί μπροστοκρίαρα του ανθρώπινου κοπαδιού... Εγώ όμως, ο τσοπάνης τους, το αντελήφθην εγκαίρως, ώστε να μην παρασυρθώ σε βίον ενυπνίου απερίσκεπτον και έκλυτον...

Ο Μαρακά ρωτούσε και απαντούσε κι ΄ ο Οσλάο τον παρακολουθούσε κατσιασμένος, φοβισμένος. Είχε αρχίσει να πιστεύει ότι το χαστούκι που΄ χε δεχτεί ο αφέντης του από την Ολιβιέιρα, είχε αυξήσει τη πετριά της τρέλας που είχε δεχτεί κάτω από τους ουρανοξύστες. "Ελα αφέντη μου, να σου βγάλω τη ρόμπα, να κοιμηθείς και το πρωί θά΄ σε περδίκι",  του είπε. 

-Μη με κοιτάζεις σαν να θέλω ψυχίατρο, έκανε ο Μαρακά και ξαφνικά ξέσπασε σε νευρικό γέλιο: Πραγματικά τρελός είμαι να πιστεύω ότι συνοδοιπορείς  και εσύ μέσα στο εικονικό ταξίδι μου, αφού ποτέ δεν μπορούν να βλέπουν δυο άνθρωποι, ταυτόχρονα, το ίδιο ακριβώς όνειρο...  

                                            * * *       

Όταν το αμφίβιο τζετ του Ελ Μαχρή αποθαλασσωνόταν, παίρνοντας μακριά τον  Μαρακά από την  Δόνα Κατερίνα, εκείνη  βρισκότανε τουρλωμένη στα σκέλια του σωματοφύλακα της. Μόλις καταλάγιασαν τα ξεφωνητά της απόλαυσης και η ολονύχτια καταιγίδα της ηδονής,  ο μελαχρινός νεαρός τής μιλούσε ακόμη με σεβασμό απάνεμης γαλήνης:

 -Κυρία, δεν μπορώ να πιστέψω στο καταπληκτικό ξανάνιωμα σας και στη τιμή που μου κάνατε.

 Εκείνη, λες κι΄ήταν ηρωίδα λαικού αναγνώσματος,  έβαλε ένα τσιγάρο στα δαγκωμένα χείλη της κι αφού της το άναψε, τράβηξε μια βαθιά ρουφιξιά και του είπε:

-Αγόρι μου, είσαι πολύ τυχερός που σε διάλεξα. Μπροστά σου ανοίγεται λαμπρό μέλλον. Απόψε ήταν η τελευταία μίζερη νύχτα της ζωής σου, γιατί από αυτή τη στιγμή αρχίζει μια καινούργια εποχή για σένα. Θα έχεις όσα λεφτά θέλεις, αρκεί ν' αναλάβεις με επιτυχία μια αποστολή που θα σου αναθέσω. Κι αφού έχεις υπηρετήσει και στην Αστυνομία, με την πείρα που έχεις, ελπίζω να τα καταφέρεις...

                                               * * *

Στο ταξίδι του γυρισμού, ο Οσλάο καθότανε σε αναμμένα κάρβουνα, όχι  για τις μεταφυσικές παλαβωμάρες του αφεντικού του, αλλά  για την επιπολαιότητά του ν΄ ααποκαλύψει στην  Ολιβιέιρα την ύπαρξή τους. "Ξέρεις αφεντικό", είπε, "είδα τη λεγάμενη, να κουβεντιάζει με  τη  Νταρντάνα  Ασντρεάο κι΄αυτό με βάζει σε υποψία. Μιά χήρα στο κρεβάτι είναι απόλαυση,  δυό χήρες σε σύσκεψη, είναι συνωωσία". 

 Ο Μαρακά χαμογέλασε για τη σοφιστία του Ίνκα και  τον καθησύχασε, να μη φοβάται, γιατί η Ολιβιέιρα δεν πρόκειται να τους αποκαλύψει: "Οι γιατροί  την έχουν υπό άγρυπνη παρακολούθηση κι΄αν σαλιαρίσει, θα επέμβουν δραστικά.  Εξάλλου δεν ξέρει τη πόλη διαμονής μας". Ξέχασε λοιπόν τη συνωμωσία της σκέψης σου, που εξάγει συμπεράσματα που σου ταράζουν τον ύπνο...  

-Το ξεχνάω αφεντικό, αλλά για να ξεφύγουμε από τοντραγέλαφο που μας ζώνει, μίλησέ μου για τον δεσμό του ραμολί  Ασντρεάο με τη Νταρντάνα... Μου τό΄ χες υποσχεθεί.

 -Σ΄αρέσουν τα κουτσομπολιά για σώβρακα και κυλότες κατεργάρη, κάτι που εγώ απεχθάνομαι. Για να περάσει όμως η ώρα,  θα σου πω  τί έλεγε ο Ασντρεάο για τις γυναίκες, προτού τον πάρει η κάτω βόλτα: Η γυναίκα είναι για να την απολαμβάνεις κι΄όχι για να την αναλύεις.

-Και η δική σου γνώμη αφεντικό; 

- Κι΄εγώ ποτέ δεν πήρα στα σοβαρά  τις γυναίκες, γιατί μοναδική σοβαρή ενασχόλησή μου ήταν η κάθε  πολιτική πράξη μου, που  την απολάμβανα, αν  έπραττα κάτι καλό για το συμφέρον του συνόλου. 

15. Κι άλλοι ζητάνε το ελιξίριο 

 oAthanat100 Ο Μαρακά-Τοσναθάα γύρισε στο διαμέρισμα της Νέας Υόρκης και βρέθηκε πάλι σαν θεριό στα σίδερα. Βροντούσε τις πόρτες από δωμάτιο σε δωμάτιο κι έβριζε την ώρα και τη στιγμή που βρήκανε το φάρμακο οι γιατροί, στη πραγματικότητα ή στο όνειρό του... Ο Οσλάο απορούσε και τραβώντας φανερά δυο ποτηράκια -το άλλοθί του- ρώτησε:

-Αφεντικό, το ξέρετε πως χωρίς την τακτική μας δόση, θα είχαμε πεθάνει; Τουλάχιστον εσείς από γεράματα.

Ο Μαρακά έσκυψε στον υποταχτικό του, που παραλίγο να τον περονιάσουν οι φρυδάρες του:

-Τι είπες, όρνιο των Άνδεων;

-Ότι είμαστε άτυχοι που ζούμε ακόμη, γιατί εγώ δεν πιστεύω στα όνειρα. Το ξέρετε πως έχουνε περάσει δέκα χρόνια από την ανατίναξη της "Αστραπής"; Ο θυμός  που προετοιμαζότανε να ξεσπάσειμέσα στον Μαρακά, μπούκωσε στο στόμα του. Κοίταξε  τον πιστό του υπηρέτη με συμπάθεια:

-Το ξέρω, γέρο, πως ζούμε, ενώ άλλοι παλιοί μας φίλοι κι εχθροί έχουνε φύγει για πάντα... Τι έμεινε από τους ρήτορες, τις λάμψεις των φλας και τα χειροκροτήματα; Απολύτως τίποτα.

-Θυμόσαστε, αφεντικό, τα ταξίδια με τους δημοσιογράφους μέσα στο αεροπλάνο; Κρέμονταν από τα χείλη σας για μια δήλωση...

-Όπως κρέμονται από τα αποδαύτα του κάθε διαδόχου μου. Οι προσκυνημένοι  έχουνε τις θεσούλες τους, τις εκπομπούλες τους, τα ταξιδάκια τους, τα τυχερά τους... Αλλά και οι  αντιπολιτευόμενοι περιμένουνε να 'ρθουνε μια μέρα στα πράγματα και να πάρουνε τις θέσεις των συναδέλφων τους. Πώς να πάει μπροστά ένα κράτος που κυριαρχείται από κομματισμό, μικροπολιτική και έλλειψη αξιοκρατίας;

-Μα κι εσείς, αφεντικό, διορίζατε δικούς σας στα πόστα, πολλές φορές χωρίς αξιολόγηση προσόντων. Και μπουκώνατε εκδότες που σας λιβανίζανε... Το ξεχάσατε;

-Πολύ βαριά εκφράζεσαι, ζωντόβολο, αλλά δε θυμάσαι ότι τότε υπήρχε σοβαρότητα και κύρος στον Τύπο. Μετά κατέλαβαν εξ εφόδου τα Μίντια τραμπούκοι και νεόπλουτοι. Ήρθανε τα πάνω κάτω...

-Μα αυτό δε σημαίνει αλλαγή; Και να σας πω ένα παράδειγμα: Η πιο πληροφορημένη και έγκυρη εφημερίδα της Λιμπερτά πουλάει τα λιγότερα   φύλλα... Κι αυτή που φέρνει σε φως λοβιτούρες είναι μια σατιρική εφημερίδα...

-Τα ξέρω όλα, βλάχο μου, όπως κι ότι ο Ασντρεάο υπήρξε υποχείριο του κίτρινου τύπου. Τι να κανε  όμως αφού ανεχότανε και επιδοκίμαζε τις λασπολογίες κατά των αντιπάλων του.

Ξαφνικά το πρόσωπο του Οσλάο ζωγραφίστηκε παρακλητικά:

-Αφεντικό αν πιστεύεις πραγματικά ότι θα ζούμε στον αιώνα τον άπαντα το ενύπνιο που μου΄ λεγες, σε παρακαλώ, βγάλε με από αυτό.δεν αντέχω άλλο  τη καλοπέραση μακριά από τη πατρίδα. Θέλω να επιστρέψω στα άγια χώματα του χωριού μου, έστω και δυό μέτρα μέσα στη γή...

 Ο Μαρακά νοσταλγούσε κι εκείνος την πατρίδα, όχι τη σημερινή του ενυπνίου, όπως έλεγε ο Ίνκα,  μα τη χτεσινή κι ακόμη πιο παλιά, τότε που διάβαζε κοντά στα κούτσουρα με τη λάμπα πετρελαίου, για να τελειώσει το Γυμνάσιο... Και μετά μπήκε στο Πανεπιστήμιο, πήρε το δίπλωμα του και ο καλός του άγγελος αντί να τον ρίξει στον αγώνα για τη βιοπάλη, τον οδήγησε στην πολιτική. Γρήγορα έγινε βουλευτής και υπουργός! Θυμότανε τις επιτροπές επιστημόνων, βιομηχάνων στο γραφείο του. Έπαιρνε ύφος, με το ένα πόδι πάνω στο άλλο, τους  αντιμετώπιζε αφ' υψηλού. Κι όσο ανέβαινε, τόσο κατέβαζε τους υφισταμένους του, ακόμη κι εκείνους που ήσαν πνευματικοί άνθρωποι, ιδιαίτερα με κοινωνική παράδοση, τα τζάκια που λένε... Ο Οσλάο τα ήξερε όλα αυτά τα κόμπλεξ του Προέδρου, αλλά τα  εξηγούσε με το δικό του απλοϊκό μυαλό. Ο Μαρακά ήταν πρακτικός πολιτικός, χωρίς θεωρίες, με τετράγωνη λογική. Οι συνεργάτες του, οι περισσότεροι, ήσαν θεωρητικοί, δε σκάμπαζαν από πρακτική. Έτσι ο Μεγάλος έπαιρνε αποφάσεις γι' αυτούς και τις διοχέτευε σαν δικές τους προτάσεις... Όπως ακριβώς και ο Ασντρεάο αργότερα, που όμως μπαίνοντας στο Λαβύρινθο των ακαταλόγιστων υποσχέσεων του προς το  λαό, μπερδεύτηκε με το κουβάρι που θα τον οδηγούσε στην έξοδο. Μπλέχτηκε και στις προσωπικές του αδυναμίες και έχασε τον μπούσουλα και φυσικά τον προσανατολισμό του.Να δω, αφού είμαι αθάνατος έστω εν υπνώσει, πως θα τον κρίνει η ιστορία...

                                                 * * *

Κάτι έπεσε στο χαλί και ο άλλοτε κραταιός πρόεδρος συνειδητοποίησε πόσο χαμηλά είχε πέσει, αφου ο υπερέτης του μπεκρούλιαζε μπροστά του... Το ποτήρι του μπάτλερ είχε  γλιστρήσει, άδειο, απ' το χέρι του. Ο Οσλάο  ροχάλιζε στην πολυθρόνα του καλού καιρού κι΄ο αφέντης  σηκώθηκε νευριασμένος  και πήγε στη κρεβατοκάμαρά  του. Τον είχε πιάσει πάλι κρίση προσωπικότητας, γιατί πριν χρόνια ποτέ δεν θα τολμούσε να μεθύσει μπροστά του, αυτό το ασήμαντο ανθρωπάκι. 

Ο Οσλάο λες κι έβλεπε εφιάλτη, άρχισε να ταρακουνιέται και να μουγκρίζει:

-Όχι σε σας  δεν το δίνουμε. Το θέλουμε για τον εαυτό μας...

Ο ανθρωπόμορφος εφιάλτης στον ύπνο του, δεν ήταν άλλος από τον Ασντρεάο, που με τρεις κομματομπράβους μια τον απειλούσε και μια τον παρακαλούσε:

-Ακούς τι σου λέω;, Δώσε  μόνο ένα μπουκαλάκι από το ελιξίριο και ζήτησέ μου ότι θέλεις... Το έχω απόλυτη ανάγκη, με καταλαβαίνεις;

-Εσάς  κανένας δεν μπορεί να σας καταλάβει, μια με τις πολιτικές ανακολουθίες σας και μια με την ιδιωτική σας συμπεριφορά.

-Ρε συ θα το δώσεις ή θα σου τινάξω τα μυαλά στον αέρα; είπε ο ένας μπράβος.

Ο εφιάλτης συνεχιζότανε, καθώς ο Ασντρεάο είχε πλησιάσει στο παράθυρο για να στείλει ένα φιλάκι στο νταρντανογύναικο που ήταν στην αλεξίσφαιρη λιμουζίνα. Ο Οσλάο αγωνιούσε  προσπαθώντας να ξυπνήσει, γιατί το΄ νοιωθε ότι ονειρευότανε, όταν ο Ασντρεάο έκανε μιά κίνηση λες κι΄είχε φαγούρα στη πλάτη. Το ένα βουβαλόπαιδο είπε λουμωχτά στο άλλο "πως να ξυστεί ο αρχηγός, αφου φοράει αλεξίσφαιρο γιλέκο"... "Γι΄αυτό προσέλαβε τη γκόμενα, για να τον ξύνει", χασκγέλασε ο άλλος κι΄ο εφιάλτης πήρε τέλος. Ο Οσλάο είχε ξυπνήσει.  

   16. Όταν υπάρχουν ανεπιθύμητοι

oAthanat100 Ο Ελ Μαχρή-Άχαλ ανησυχούσε τελευταία, γιατί ένας γεροδεμένος νιόφερτος  τριγύριζε στα πόδια του. Στην αρχή νόμισε ότι ήταν σεκιουριτάς του ξενοδοχείου, αλλά όταν τον είδε να κάθεται στη ρουλέτα και να του χαζοχαμογελάει, νευρίασε.  Σκέφτηκε  να  διαμαρτυρηθεί στη διεύθυνση, πως επέτρεπε σε τέτοιους τύπους να μπαίνουνε στην αίθουσα των μονίμων πελατών, αλλά πρόλαβε ο Χαυσείν, που παρατηρούσε τα πάντα πέριξ του αφέντη του,  και του είπε ότι ο τύπος  είναι γιος πλούσιου μπαμπά, τζογαδόρος κι άσωτος, που μοιράζει φιλοδωρήματα στις γκαρσόνες. Όταν όμως ο μπόντιγκαρντ έμαθε ότι ο λεγάμενος  ζητούσε τα ονόματα Λιμπερτιανών που έμεναν στο   ξενοδοχείο του καζίνου τον ζώσανε τα φίδια τον εμίρη. Τηλεφώνησε αμέσως  στον Μαρακά, που ήρθε με τον Οσλάο στη Νεβάδα, περίεργος αλλά και ανήσυχος.  Του είπε τα καθέκαστα και την ίδια νύχτα, κάθισαν  στη ρουλέτα κι ο Ελ Μαχρή τού έγνεψε κατά τη μεριά του ομορφονιού που έπαιζε μερικές μπιλιές και μετά μ΄ένα ποτήρι στο χέρι περιφερότανε, πάντα όμως κοντά στο τραπέζι τους.  Κάνα-δυο φορές συναντήθηκαν  οι ματιές τους κι΄ ο Μαρακά κατάλαβε πως είχε να κάνει με άτομο χαμηλού πνευματικού επιπέδου,επιτηδευμένα ευγενή, κυρίως όταν κέρδιζε  κι΄άφηνε καλό πουρμπουάρ.  Ίσως  προσπαθεί ν΄ αποχτήσει γνωριμίες, σκέφτηκε, αλλά ο ανατολίτης επέμενε, ότι κάτι ύποπτο κρύβει.   

Ως το πρωί  συζητούσανε να βρούνε τρόπο να τον ξεμπροστιάσουνε και ο Οσλάο πρότεινε να πιάσει γνωριμία μαζί του και να τον ξεψαχνίσει. Αυτό κι΄έκανε. Την άλλη μέρα τον βρήκε στο μπαρ, κάθησε στο διπλανό σκαμπό και  του συστήθηκε ως Λιβανέζος  έμπορος.  Εκείνος του είπε ότι είναι Περουβιανός κτηματίας. Σε μιά στιγμή χτύπησε το κινητό του μάγκα, που απομακρύνθηκε λίγο, αλλά του Οσλάο το αυτί έπιασε   μιά γνήσια λιμπερτιανή έκφραση.  

Ο Ίνκα έσπευσε στη σουίτα και είπε τα καθέκαστα στο Μαρακά, στον εμίρη και στο σωματοφύλακά του:   

-Μιλήσαμε  ισπανικά, αλλά πετούσε  ιδιωματισμούς στη δική μας γλώσσα. Μου συστήθηκε ως κτηματίας  από το Περού κι΄εγώ έμπορος από το Λίβανο που ξέμεινα από το τζόγο. Μου πρότεινε να με βοηθήσει.  

 -Έξοχα είπε ο εμίρης, τρίβοντας τις παλάμες του:

-Άκουσε Μάρκο, ούτε εμένα  ξέρεις, ούτε τον πρόεδρο. Από αυτή τη στιγμή μετακομίζεις σε φτηνό ξενοδοχείο και παριστάνεις τον άφραγκο, πρόθυμο για κάθε δουλειά... Ψώνισε τον όσο μπορείς και θα δούμε πού θα φτάσει αυτή η ιστορία.

-Εμίρη μου, εγώ δεν ξέρω από τέτοια...

-Αφήστε εμένα να τον καθαρίσω, πετάχτηκε ο Χουσείν.

- Πρόκειται για άνθρωπο με ειδική αποστολή και θα το μάθουμε μέσω του πιστού μας φίλου, είπε ο εμίρης.

Ο Ίνκα ετοίμασε μια βαλίτσα κι αργά τη νύχτα, πριν φύγει ί με τον Χουσείν, που θα ήταν ο σύνδεσμος του με τ' αφεντικά. κλαψούρισε  φοβισμένος  "να σας φιλήσω γιατί μπορεί να μη με ξαναδείτε", και ο εμίρης δεν μπορούσε να κρατήσει τα γέλια του. Σε δυο ημέρες έσκασε το αυγό και ξεμύτισε το πουλάκι... Ο μπουνταλάς απεσταλμένος της Δόνα Κατερίνα αποκάλυψε στον κατάπληκτο Ίνκα, πως είχε αποστολή να αποκτήσει το σπουδαίο φάρμακο που  διατηρούσε νέους ένα Λιμπερτιανό κι΄ένα Άραβα. "Και τώρα που τους βρήκα, θα με βοηθήσεις εσύ να το κλέψουμε και να γίνουμε πλούσιοι", κατέληξε.

-Αυτά είναι παραμύθια, είπε ο Οσλάο, αλλά σαν αστραπή πέρασε από τη σκέψη του ότι το ενύπνιο συνεχιζότανε με επακόλουθα εφιάλτη.

 -Καθόλου, φίλε μου, γιατί το είδα με τα μάτια μου. Η ηλικιωμένη κυρά μου ξανάνιωσε σε λίγες ημέρες.

Ο Οσλάο άρχισε να υποπτεύεται μήπως τον είχε δει ο γεροδεμένος στη "Γλυκιά ζωή" αλλά ούτε αυτός θυμότανε τη φάτσα του, οπότε δεν είχανε συναντηθεί στο νησί των δυο γιατρών. Συνέχισε λοιπόν την αποστολή του:

 -Και τι θέλεις από μένα;

-Όταν οι ξανανιωμένοι βρίσκονται στη ρουλέτα, να μου κρατήσεις τσίλιες και να μπώ στη σουίτα τους, όπου θά χουνε το φάρμακο.

-Έγινε, αρκεί να πληρωθώ.

-Γιατί, έχεις παράπονο αυτές τις δύο μέρες;

"Καθόλου", είχε απαντήσει ο Οσλάο και τώρα, καθώς έσπευδε να ενημερώσει τ' αφεντικά του, σκεφτότανε σε τι μπλεξίματα θα πέφτανε μ' αυτόν τον μπουνταλά που παρίστανε τον Τζέιμς Μποντ.

 "Μην ανησυχείτε καθόλου", είπε ο Μαρακά, καθώς ο Χουσείν με τον Οσλάο μαζεύανε τα μπαστούνια του γκολφ και τις βαλίτσες του εμίρη. "Θα πάμε στη Νέα Υόρκη και θα λουφάξουμε στη σουίτα σου", είπε ο εμίρης.

-Ναι, αλλά υπάρχει πάντα η Δόνα Κατερίνα που ξέρει το μυστικό μας. είπε ο Οσλάο. 

-Ήδη τηλεφωνήσαμε στους δυο γιατρούς,  να την  πείσουνε  ν' ανακαλέσει τον μπούφο απεσταλμένο της, με αντάλλαγμα την συνέχιση παροχής του ελιξίριου, είπε ο μαρακά και ο εμίρης χαμογέλασε καταχθόνια. 

 Σε λίγες μέρες, ο Οσλάο μπήκε στο σαλόνι τους στη Νέα Υόρκηης,, με μια εφημερίδα στο χέρι, φωνάζοντας:

-Αφέντες μου, απαλλαγήκαμε από τα δυο καθάρματα. Η Δόνα Κατερίνα κι΄ο μπούφος  της πνιγήκανε στη θάλασσα! Τους χτύπησε προπέλα.

 Ο άλλοτε πρόεδρος και ο εμίρης ρουφούσανε τον καφέ τους, με τον Χουσείν παράμερα να βλέπει τηλεόραση με χαμηλωμένο τον ήχο. Κανένας τους δεν έδειξε έκπληξη.

-Ώστε το περιμένατε, μουρμούρισε ο Οσλάο.

 Άφησε την εφημερίδα και χωρίς σέβας κάθισε σε μια πολυθρόνα. Ο Μαρακά προσπαθούσε να πιάσει τη ματιά του, να καταλάβει τί σκεφτότανε... Και τότε ο Οσλάο, συναντώντας το βλέμα του αφεντικού του, θυμήθηκε  μια παρόμοια εικόνα πριν πάρα πολλά  χρόνια... Τότε που είχε φτάσει στο πρόεδρο το μαντάτο, ότι δολοφονήθηκε ο αρχηγός της Νεολαίας των Αριστεριστών Λαμπράντο... Τότε ήταν ένα τρίκυκλο και ένας λοστός. Τώρα ένα κρις κραφτ και μια προπέλα... Ο Οσλάο, άρχισε πάλι να αμφιβάλλει αν έβλεπε όνειρο-εφιάλτη  ή ζούσε όλα αυτά τα απίθανα στην ανατολή του εικοστού πρώτου αιώνα! Μπέρδευε τα τότε γεγονότα με τα τωρινά... Τ΄αυτιά του βούιζαν, άκουγε και περίεργες φωνές: "Η κυβέρνηση ανάθεσε σε ανακριτή την υπόθεση". "Ένας πρόεδρος φεύγει, ένας ανακριτής έρχεται στη θέση του"... Αλλά κι΄Ο Μαρακά-Τοσναθάα, ξαφνικά, άρχισε να διαβάζει στα μάτια του υπερέτη του τα περασμένα... Η μνήμη του γύριζε  πίσω, τότε που ο Οσλάο τού είχε φέρει το παράρτημα με τεράστιο πρωτοσέλιδο τίτλο, ότι κάποιοι τραμπούκοι είχανε χτυπήσει με λοστό στο κεφάλι τον  Λαμπράντο. Ήταν μιά φοβερή είδηση  και η δολοφονία αυτή ήταν πραγματικά κεραυνός, που είχε κάνει τον πρόεδρο ν΄αναφωνήσει: Μα ποιός κυβερνάει σ΄αυτή τη χώρα; Και να που  πάλι ο Μαρακά, όρθιος στο σαλόνι του μαυσωλείου του φώναζε "μα ποιός κυβερνάει το ενύπνιό μου:"Η προπέλα του σκάφους, του θύμιζε το λοστό του τρίκυκλου... Μιά ζωή ο μαρακά αναρωτιότανε πως ήτανε δυνατόν να υπάρχουν στη Λιμπερτά περισσότεροι λεωφόροι και δρόμοι με το όνομα λαμπράντο και όχι το δικό του... "Το αίμα δημιουργεί ήρωες", έδινε την εξήγηση ο υπερέτης και το αφεντικό τον μούτζωνε: Πάρτα να μη στα χρωστάω...

                                                          ****************************

Όλα αυτά τα ζούσανε στη πραγματικότητα ή τα βλέπανε στον  ύπνο τους οι δυό Λιμπερτιανοί, ώσπου μετά μακρά σκέψη, ο Μαρακά αποφάσισε να μιλήσει στον Ελ Μαχρή. "Και τί θα του πεις αφεντικό", ρώτησε ο Οσλάο;

-Θα τον ρωτήσω αν βλέπει ουρί του παραδείσου και βουνά από πιλάφι στον ύπνο του ή μήπως στο μεταθανάτιο ενύπνιό του, είμαστε κι΄εμείς μπλεγμένοι...

-Αφεντικό τρέλανες εμένα τον Χριστιανό, άφησε τουλάχιστον τον Μουσουλμάνο να απολαμβάνει τις περιστροφές της μπίλιας στη ρουλέτα...

-Όχι, γιατί πρέπει να ξεδιαλύνω αυτή την παρέκλησή μου από την αρετή... Είναι δυνατόν εγώ, ένας εθνάρχης, να μπλέκω σε δολοφονίες και μάλιστα όχι εχθρών του έθνους, αλλά ασήμαντων προσώπων; 

Ο Τοσναθάο  δεν μπορούσε να κλείσει μάτι όλη νύχτα, έτρεμε στη σκέψη πως μέσα στο αιώνιο ενύπνιό του θα παρεισέφρυε ο εφιάλτης από το παρελθόν, τότε που το πηχτό αίμα ενός αριστεριστή,σμιλεύτηκε σε άγαλμα ήρωα... και υπαίτιος, η  ηλιθιότητα της μπασκιναρίας. Ο Μαρακά ανέκαθεν δεν είχε μεγάλη εκτίμηση στους ένστολους  και το είχε αποδείξει όταν, ως υπουργός, πέταξε από το γραφείο του έναν ανώτατο αξιωματικό, που είχε τολμήσει να μπει με χαλαρό το κόμπο της γραβάτας του. Πάντοτε οι καραβανάδες παίζανε μεγάλο ρόλο και ανήκανε σε φατρίες, που αρκετές φορές είχανε αιματοκυλήσει τη Λιμπερτά.Απο υπουργός ακόμη δεν  ανεχότανε την προστασία τους, γιατί  πρέσβευε ότι η Πολιτική προϊστατο του Στρατού. Αλλά τότε με τη δολοφονία του Λαμπράντο μήτε που είχε καταλάβει πώς οι γαλονάδες τού είχανε ρίξει στάχτη στα μάτια, μέχρι σημείου να θεωρηθεί από τους αριστερούς ηθικός αυτουργός της δολοφονίας. Το φύσαγε και δεν κρύωνε και το καυτό σίδερο έμπαινε ως τα σπλάχνα του και τον έκαιγε ως τα σήμερα, που είχε χάσει τον ύπνο του. Στριφογύριζε στο κρεβάτι του μη μπορώντας να ξεχάσει, τόσα χρόνια μετά, εκείνον το νεαρό ανακριτή, που είχε αναλάβει την υπόθεση, τότε που οι μάντρες και οι τοίχοι της χώρας, είχανε γεμίσει από το "Ζει". Ως και κινηματογραφική ταινία έγινε και οι κωλοαμερικάνοι της δώσανε και Όσκαρ! Πανάθεμά σε προπέλα, που φέρνεις στη μνήμη μου το λοστό... Οι Ερινύες, κόρες της Γης και του Σκότους  είχαν εισβάλει ως τιμωροί ενός εγκλήματος, που για το οποίο δεν είχε καμία ευθύνη. Του ρχόντουσαν όλα στη σκέψη, λες κι΄ήτανε βιντεοκασέτα...   Από δω τους είχε, από κει τους πήγαινε ο νεαρός ανακριτής και, στο τέλος, στρίμωξε όχι μόνο τους δολοφόνους, αλλά και τους γαλονάδες ηθικούε αυτουργούς. Ήτανε νύχτες και τότε, στη περίοδο  των ανακρίσεων, δεν κοιμότανε με το φόβο πως ο νεαρός, που έδειχνε τόσο ζήλο, θα τον τύλιγε και τον ίδιο σε μια κόλλα χαρτί και θα τον ρεζίλευε σαν κανένα χωροφύλακα. Για σκέψου, αναλογιζότανε  κι΄ο Οσλάο, στο δικό του κρεβάτι, τις φοβερές εκείνες ημέρες και τρομερότερες νύχτες, να κρεμόμαστε από τις διαθέσεις ενός φιλόδοξου ανακριτάκου που είχε αρπάξει την ευκαιρία από τα μαλλιά... Ένας καραβανάς να πανικοβληθεί και να τα ρίξει στο Μεγάλο και αντίο κόποι και μόχθοι μιας ζωής.Άντε ν΄αποδείξεις ότι ο ελέφαντας δεν πετάει...

Περάσανε χρόνια από τότε και ο Μαρακά κέρδισε κι έχασε εκλογές, αυτοεξορίστηκε, ξαναγύρισε θριαμβευτής, αλλά πάντοτε πεταγότανε στον ύπνο του από  εκείνον το νεαρό ανακριτή με το δειλό παρουσιαστικό που είχε χάσει πια τα ίχνη του. Το ίδιο κι ο Οσλάο, που όταν το προεδρικό μέγαρο άρχισε να μπάζει νερά, ο πιστός υποταχτικός έτρεξε ασθμαίνοντας για ν' αναγγείλει στον Πρόεδρο κλαίγοντας: -Πρόεδρε, κεραυνός! Απόψε τα μαζεύουμε και φεύγουμε! Αύριο έρχεται εκείνος ο νεαρός ανακριτής... Τον Θυμάσαι; -Υπάρχει, ζεί; ρώτησε ο Μεγάλος. Και ο Οσλάο απάντησε: -Υπάρχει. Ζει!

 17. Μέσα από ευρυγώνιο φακό

 oAthanat100Από την εποχή της αυτοεξορίας του, ο Μαρακά είχε αρχίσει να βλέπει μέσα από ευρυγώνιο φακό, σφαιρικά, τον Πλανήτη μας. Τώρα, που είχε χάσει οριστικά και αμετάκλητα την πολιτική ταυτότητα του, έβλεπε ακόμη πιο ξεκάθαρα τις απέραντες εστίες αδικίας, σκλαβιάς, πείνας και εξαθλίωσης πάνω στη Γη. Οι φεουδάρχες και οι τσιφλικάδες είχαν αντικατασταθεί από δυνάστες που εμπορευόντουσαν το πνεύμα, το ταλέντο και τη τεχνολογία, που εγκλωβίζανε τη βούληση των λαών με την ηλεκτρονική. Τα κομπιούτερς, σαν φασφουντάδικα, πρόσφεραν τροφή στα παιδιά  εξ απαλών ονύχων... Η τηλεόραση, η πληροφορική,  αιχμαλώτιζαν ομαδικά τους εγκεφάλους ανθρώπων, λαών, και τους κατευθύνανε κατά πως εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα του κατεστημένου.  Ο Μεγάλος, τώρα που δεν είναι στα πράματα, κομμουνίζει, σκεφτόταν ο Οσλάο... Ο Μαρακά εξακολουθούσε να γράφει τις απόψεις του σ΄ένα τετράδιο, κι΄ο μπάτλερ τις διάβαζε:  "Οι ισχυρότεροι, με καταχθόνια σχέδια, καταπατούν εθνότητες, φυλές, τους ίδους τους λαούς τους. Τα αγαθά της Γης εξακολουθούν να κατανέμονται με το δίκιο του ισχυρότερου. Παλιότερα η Κοινωνία των ΕθνώΛ", τώρα ο Ο.Η.Ε., παρίστάνουν  το δραγάτη στ' αμπελοχώραφά τους πάνω στη Γη".

 Ένα βράδυ στο Μανχάταν, ο Οσλάο, που παρακολουθούσε έναν αγώνα μπάσκετμπολ στην τηλεόραση, θυμήθηκε τότε, που πάλι στημένος στο γυαλί, του είχε κοπεί η ανάσα σε κείνο το συγκλονιστικό ματς Λιμπερτά-Σοβιετικής Ένωσης. Ο Μαρακά παρακολουθούσε κι εκείνος τις φάσεις, παρασυρμένος από τις παροτρύνσεις και τα ξεσπάσματα του μπάτλερ του. Του εξηγούσε μάλιστα, κάθε λίγο, για τα τρίποντα, τα ριμπάουντ, τα βήματα... Τελικά, η μικρή Λιμπερτά είχε νικήσει την υπερδύναμη   και οι κάμερες είχανε στραφεί στους έξαλλους πανηγυρισμούς του κόσμου στους δρόμους της Καπιτόλια. Ο Οσλάο χοροπηδούσε και φώναζε "άφησε με να σε ασπαστώ, Πρόεδρε"... Κι εκείνος τον άφησε για να μην ελαττώσει την χαρά του.

-Πρόεδρε, νικήσαμε μια χώρα με τριάντα φορές περισσότερο πληθυσμό από το δικό μας, θριαμβολογούσε ο Οσλάο.

Εκείνη τη βραδιά ο Μαρακά βημάτιζε πέρα-δώθε στο καθιστικό και σκεφτότανε πως αν ήταν αυτός ακόμη πρόεδρος δε θα παρασυρόταν  στην εξέδρα των επισήμων στις θερμές εκδηλώσεις του διαδόχου του και του πρωθυπουργού, που ανακατέψανε τα σάλια τους μ' εκείνα των θερμόαιμων παραγόντων και φιλάθλων στα μάγουλα των νικητών. Κάπου το΄χε διαβάσει ο Μαρακά, ότι ο εξυπνότερος βλάκας είναι ο πιό ηλίθιος μεταξύ των ευφιών κι΄ένας τέτοιος ήτανε κι΄ο Οσλάο, οπαδός πολιτικού κόμματος και αθλητικής ομάδας, αλλά και  υπηρέτης σε  όλη του τη  ζωή... Ευτυχώς όμως για τους πολιτικούς που  υπήρχε αυτή η φανατική μάζα που σπεύδει κάτω από παντιέρες και συνθήματα, για να αυτοπροστατευτεί από την ανυπαρξία της και να στεριώσει στο βάθρο της ιστορίας υπερφίαλους εγωπαθείς,  δημαγωγούς και φαύλους...

-Τους σκίσαμε, έλεγε και ξανάλεγε ο Οσλάο, αλλά σε μια στιγμή ο Μαρακά του είπε, σταματώντας το βολτάρισμα:

-Αν πρόσεξα καλά, δεν ήσαν μόνο Ρώσοι, αλλά και εκπρόσωποι της υπόδουλης Βαλτικής στην ομάδα της Σοβιετικής Ένωσης. 

-Δεν καταλαβαίνω, πρόεδρε, τι θέλετε να πείτε...

-Πού να καταλάβεις, κουτορνίθι, αφού και οι ίδιοι οι νεαροί από τη Βαλτική, δεν είχανε συνειδητοποιήσει πως ήσαν σκλάβοι  μιας Αυτοκρατορίας. Ίνκα μου, πάντοτε θα υπάρχει στον Κόσμο μια Ιερή Συμμαχία ή ένας Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών που θα κλείνει τα μάτια και θα κωφεύει στο σκλάβωμα και στην καταδυνάστευση λαών και εθνών. Αφρικανοί, Παλαιστίνιοι, Κούρδοι, Αφγανοί, Κύπριοι, κάτοικοι της Βαλτικής και Ανατολικής Ευρώπης, αλλά και της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, φαινομενικά ελεύθεροι, αλλά καταδυναστευόμενοι. Το καζάνι βράζει υπερβολικά, θα ανατιναχτεί και θα ζεματίσει πρώτα απ΄όλους τους μαγείρους του...

-Δηλαδή, να μη χαίρομαι τη νίκη μας;

-Κανένας δε σ' εμποδίζει να την πανηγυρίζεις, όπως  ο λαός με σημαίες  στους δρόμους και στις πλατείες. Άρτος και θεάματα...

-Ναι, αλλά και μεγαλοπρεπείς κηδείες διάσημων καλλιτεχνών και επιφανών πολιτικών, σαν τη δικιά σας, αν θυμόσαστε...

-Οι λαοί  υποτάσσονται στη κλίτσα του τσοπάνη και σπανίως προγκάνε...

-Κι΄όποιο λακίσει από τη στάνη το τρώει ο λύκος...

 -Προσωπολατρείες κι αφορισμοί για τα ίδια πρόσωπα... Προσκυνήματα και αναθέματα ανάλογα με τα γυρίσματα των καιρών... Ο μέσος άνθρωπος, ο απαρατήρητος κι ανύπαρκτος για την Ιστορία, ψάχνει να βρει ήρωες στην τέχνη, στα σπορ, στην πολιτική, στην ομορφιά, ακόμη και στο έγκλημα... Ένας περιβόητος γκάνγκστερ μπορεί να γίνει δημοφιλής όσο και ένας ολυμπιονίκης  ή ένας καλλιτέχνης... Για να μην πω ότι ένας στυγνός δικτάτορας μπορεί να έχει επευφημηθεί όσο κι ο δημοκράτης που θα τον διαδεχτεί με τη βούληση του λαού... Ξύπνα βλάχο... Ο πολιτικός με τις υποσχέσεις σου υφαρπάζει τη ψήφο, ο τραπεζίτης με το δάνειο σου υποθηκεύει το σπίτι, ο συνδικαλιστής σε χρησιμοποιεί για να μπει στη πολιτική, ο παράγοντας ποδοσφαίρου σε φανατίζει προς ίδιον όφελος...

-Και η γυναίκα σου κουνάει τα οπίσθια αφεντικό... 

Ο Οσλάο τελευταία είχε παρατήσει το διάβασμα, ιδιαίτερα  βιβλίων φιλοσοφίας του Μαρακά, που άρχισαν να τον κουράζουν. Το΄ χε ρίξει στη τηλεόραση, παρακολουθώντας  κυρίως αγώνες του Κόπα Αμέρικα, στους οποίους συμμετείχε και η ομάδα της Λιμπερτά. Τους έβλεπε στο δωμάτιό του και μόνο κατα τη διάρκεια των  ολυμπιακών αγώνων ο Μαρακά του επέτρεπε να τους βλέπουν μαζί στη μεγάλη οθόνη του καθιστικού. Κι΄αν διακρινότανε κάποιος δικός τους, ο Οσλάο πεταγόταν όρθιος και τον παρακινούσε με επιφωνήματα.  Μπορεί να χαιρόταν κι΄ο πρόεδρος, αλλά συγκρατημένος πάντοτε χωρίς υπερβολές, αγριοκοίταζε τον υπερέτη του σε στιγμές εθνικού παροξυσμού. Τότε, ο Οσλάο δικαιολογιότανε:   

-Τι να κάνω, κύριε Πρόεδρε, το αίμα νερό δε γίνεται...

Τον λυπόταν ο Μεγάλος κι΄έριχνε νερό στο κρασί του:

-Καλά κάνεις. Και να σου εξομολογηθώ ότι κι εγώ στις εκλογικές μου νίκες, καθώς με χειροκροτούσε και μ' επευφημούσε ο λαός, ένιωθα σαν τον Μαραντόνα που βάζει γκολ.

-Τον Θεό του ποδοσφαίρου!

-Ίνκα πάλι παραλογίζεσαι. Θεός, ένας θνητός;

-Ναι Θεός του λαού, όπως υπήρξατε κι΄εσείς κάποτε. Ή μήπως το ξεχάσατε;

-Οι Θεοί δεν ξεχνάνε, Οσλάο. Μόνο οι άνθρωποι, τί λέω; Ο όχλος που ανυψώνει και γκρεμίζει θεούς της πολιτικής, των ιδεολογιών, ας πούμε, για να καταλάβεις, και του αθλητισμού.

Ωχ, θα συνεχίσει τις φιλοσοφικούρες του, σκέφτηκε ο υποταχτικός, αλλά ο μεγάλος του ζήτησε να του βάλει το βράδι στο βίντεο ένα καουμπόικο του Τζον Γουέην, που του άρεσε. Τα αθλητικά ούτε να τ΄ακούσει ο Μαρακάμ που υποστήριζε ότι είναι ένα ακόμη εμπορεύσιμο είδος. Συχνά ο μεγάλος αμπελοφιλοσοφούσε φωναχτά: Ποιά είναι τα είδωλα του όχλου; Τοξικομανείς τραγουδιστές, ημίγυμνες τραγουδίστριες, αστοιχείωτοι αθλητές και τσαρλατάνοι πολιτικοί... Στην είσοδο του 2.000, εξαπλώνεται η πάνδημος γάγγραινα της αμάθειας, του λαικισμού, της θρασύτητας και από τηλεοράσεων άρξασθαι... Ξημερώνει ο αιώνας των Δαιμόνων, που καταργούν την αξιοκρατία και τη γνώση... Η σοφία του Θεού αποσύρεται από τον πλανήτη Γη... Και για να καταλάβεις Ίνκα, οι ολυμπιονίκες δε φορούσανε πια στεφάνι δάφνινο, αλλά αμείβονται με ράβδους χρυσού!.  

Την αυγή του 2.000, ο Μαρακά ήταν 93 χρονών, αλλά το παρουσιαστικό του έδειχνε έναν εύρωστο άντρα ανάμεσα στα 40 και στα 50, καθώς ανέβαινε τρέχοντας τα σκαλοπάτια της βιβλιοθήκης που συχνά επισκεπτότανε. Βέβαια, ο παλιός Πρόεδρος ποτέ δε βιαζότανε -εκτός από τότε που είχε φυγαδέψει τον εαυτό του στο αεροδρόμιο- αλλά τώρα κάθε φορά που έπαιρνε το φάρμακο δοκίμαζε τα κότσια του στις σκάλες. Οι δύο κορακοζώητοι τρώγανε, πίνανε,με ρέγουλο,  και δέχονταν και καμιά γυναίκα στα γρήγορα, γιατί δεν ξεχνούσανε την καρδιακή προσβολή του Λιμορά και τη συμβουλή των δυο γιατρών για όχι υπερβολικό σεξ. Ο Ίνκα από τις μικροαπολαύσεις, προτιμούσε το πιοτό, κυρίως όταν του 'πεφτε καμιά κασέτα για τη Λιμπερτά. Τότε μελαγχολούσε με συντροφιά κρασάκι της Λιμπερτά. Ο Μεγάλος προτιμούσε, όπως πάντα, το ουίσκυ, που μετά δυό-τρία ποτηράκια θυμότανε την αγνωμοσύνη του λαού τους, που κάποιες φορές τον πίκρανε.

-Ιδιαίτερα τότε που μου την έφερε μπαμπέσικα ο Ασντρεάο, έπρεπε ο λαός να ξεχυθεί στους δρόμους αυθόρμητα και να με υποστηρίξει...

Αφεντικό, τα παραλές, ήθελε να πει ο πιστός του μπάτλερ, που είχε ζήσει κοντά του πολλές χαρές αλλά και πίκρες. Είπε μόνο:

- Μα και τον Μεγάλο Ναπολέοντα τον είχανε βαρεθεί στο τέλος οι Γάλλοι.

 -Τον ενταφιάσανε όμως στο Πάνθεον και του αναγείρανε μνημεία και ανδριάντες! Ενω σε μένα οι δικοί μου έκαναν ιδιωτικό τάφο...

Μα αυτός ήτανε Μέγας, ήθελε να πει ο Οσλάο αλλά τον λυπήθηκε. Εξάλλου, ο δικός του πίστευε πως πραγματικά υπήρξε Θεός για τη Λιμπερτά και βαριότανε ν'ακούει πάλι τις ανεκτίμητες προσφορές του στη χώρα. Μετά σκέφτηκε να του πει ότι και τον Ασντρεάο τον είχανε ψηφίσει πολλοί από εκείνους που φηψίζανε κι αυτόν, όχι γιατί πιστέψανε στις αλληλοσυγκρουόμενες εξαγγελίες του, αλλά έτσι για αλλαγή, αλλά αλλαγή πως να υπάρψει όταν η φύση του ανθρώπου δεν αλλάζει στους αιώνες τους άπαντες... Μετάνιωσε όμως γιατί θα μπλέκανε στις ίδιες συζητήσεις που φέρνανε το αίμα στο κεφάλι του αφέντη και τον ύπνο στον υπηρέτη. Έτσι, του είπε μόνο:

-Μα σενιόρ Τοσναθάα και του προέδρου  Μαρακά του  έχουνε προτομή στο Κοινοβούλιο και στη γενέτειρα του. Του κάνανε και Ίδρυμα!

 Ο Τοσναθάα-Μαρακά παραξενεύτηκε που ο μπάτλερ του, έκανε διαχωρισμό ανάμεσα στον τότε Πρόεδρο και στον άνθρωπο που είχε τώρα μπροστά του, αλλά παρασύρθηκε και σχολίασε κι αυτός λες και μιλούσε για κάποιο άλλο πρόσωπο:

 -Ναι, αλλά δεν του έχουνε αναγείρει ανδριάντες στις πόλεις της χώρας, όπως  του άξιζε...

 Ο Ίνκα ξαναγύρισε τη συζήτηση πάνω στην τωρινή ύπαρξη του αφεντικού του: 

 -Τι να τα κάνεις τ' αγάλματα, Πρόεδρε; Για να σου βάζουνε μπόμπες;

Ο Μεγάλος αγρίεψε:

-Σε ποιόνε ρε, σε μένα; που ο λαός της Λιμπερτά  λάτρευε και όσοι ζούνε από τότε θα με λατρεύουνε ώσπου να πεθάνουνε. Στα εικονίσματα τους θα έχουνε τη φωτογραφία μου αιώνια.

Θα την είχανε αν δεν κιότευες και δεν έβαζες την ουρά στα σκέλια, ήθελε να σχολιάσει ο Ίνκα, μα τον λυπήθηκε και σηκώθηκε να ετοιμάσει τα καφεδάκια τους. Καθώς γύριζε το κουταλάκι στο μπρίκι-αντίκα, ο Μαρακά του είπε, έτσι για ξέσπασμα:

-Καλά να πάθω που δε σε παράτησα στην "Αστραπή". Θα είχα γλιτώσει από τα πρικόχολα λόγια σου...

Ο Οσλάο τού χαμογέλασε στοργικά, καθώς του σέρβιρε τον καφέ:

-Και με ποιον θα μίλαγες, αφεντικό; Ολομόναχο, θα σ' έτρωγε η μοναξιά. Αυτή η μοναξιά είναι που οδηγεί προικισμένα από τη φύση ταλέντα ή από τη σκληρή προσπάθεια πετυχημένους ανθρώπους, να μπλέκονται στον ιστό της αράχνης, που είναι ίσως μια αφοσιωμένη βοηθός, μια εξυπηρετική νοσοκόμα, μια πονηρή φύση που στήνει έντεχνα την παγίδα της.

Ο μπάτλερ του Μαρακά ήτανε από αυτά όλα μαζί κι ακόμη περισσότερα. Του μαγείρευε, τον περιποιότανε, του έκανε παρέα, τον ανεχότανε να του λέει τα ίδια και τα ίδια, χρόνια πολλά, χρόνια ατέλειωτα... Κι ενώ ο κόσμος άλλαζε, αυτοί οι δυο ξανανιωμένοι υπέργηροι, μένανε απαράλλαχτα ίδιοι με τις αναμνήσεις και τα κουσούρια τους αλληλένδετα, όπως σ' ένα αντρόγυο μακρόχρονης συμβίωσης.

-Ρε συ, του 'λεγε συχνά ο Μεγάλος, μπας και νομίζεις πως κερδίσαμε τίποτα το σπουδαίο με το φάρμακο;

 Ο Ίνκα κουνούσε το κεφάλι βαριεστημένα κι ο άλλος συνέχιζε:

-Την τύφλα μας κερδίσαμε θαμμένοι ζωντανοί. Και το χειρότερο για μένα είναι πως ενώ ένας πίνακας άσημου ζωγράφου της εποχής μας μπορεί να έχει αποχτήσει μεγάλη αξία και να μνημονεύεται το όνομα του δημιουργού του, το δικό μου έχω να το δω στις εφημερίδες και να το ακούσω στην τηλεόραση καιρό... Μα τέλος πάντων τόσο πίσω γυρίζει ο κόσμος για μια αντίκα  και τόσο απομακρύνεται από τους πολιτικούς που διαμορφώσανε την ιστορία της χώρας τους;

-Θα σ' έχουνε, αφεντικό, στα αναγνωστικά, μουρμούρισε ο Οσλάο με κλειστά μάτια, έτοιμος ν΄αποκοιμηθεί.

-Καλά που μου το θύμησες, αύριο κι΄ολας να πας να μου παραγγείλεις όλες τις ιστορίες που διδάσκονται στα Γυμνάσια και στα Πανεπιστήμια της Λιμπερτά.

-Καλά, αφεντικό, αύριο...

 Έχω πέσει σε λήθαργο, αχνοσκεφτόταν ο Οσλάο... Πρέπει να ξυπνήσω από το όνειρο... Μα πως να ξυπνήσω, αφού εδώ συνεχίζουνε να κοιμούνταi σε βαθύτατο...

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

κλικ εδώ για τη συνέχεια: υπερπρόοδος και απόγνωση

 

προστέθηκε στις: Τρίτη 14.02.2006

 
 

:: αρχική :: προφίλ :: επικοινωνία :: εικόνες

© Δημήτρης Λιμπερόπουλος :: ...Webmaster