.  » αρχική σελίδα

 :: Επιλέξτε θέμα προς προβολή ::

ΤΖΙΜ ΛΟΝΤΟΣ







1897 Τζιμ Λόντος 1975

1. Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος δέχεται στο γραφείο του τον Τζιμ Λόντο και τον Δημήτριο Τόφαλο (νικητής στην άρση βαρών στη μεσολυμπιάδα του 1906 και παγκόσμιος ρέκορντμαν) και λέει στον πρωτοπαλαιστή:   Καλά που έχουμε και εσένα  και αναπτερώνεις το ηθικό του ελληνισμού  σε χρόνους δίσεκτους.  2. Σε  επίδειξη στη Πάτρα ο Λόντος,  δείχνει  την τεχνική του αεροπλανικού κόλπου του. 

 Στο βίντεο που ακολουθεί υπάρχουν δύο αγώνες του Λόντου. 1. με τον Μάτρος Κιριλένκο. 2. με τον Πρίμο Καρνέρα, πρώην παγκόσμιο πρωταθλητή της πυγμαχίας, που μεταπήδησε στο κατς.

Scan10875

Στη φωτο ο Πρίμο Καρνέρα (όταν είχε ρθεί στην Αθήνα) αστειεύεται με τον φωτορεπόρτερ Παναγιώτη Μήτσουρα και παρακολουθούν, στο βάθος ο παλαιστής Χάρης Καρπόζηλος και δεξιά ο Δημήτρης Λιμπερόπουλος - αθλητικός συντάκτης τότε...

 

jimlondosjimlodos2

μιά φορά κι΄ένα καιρό  υπήρχε   ένας θρύλος των πανελλήνων! στις δεκαετίες του 1920-1930 ήταν ο βασιλιάς της ελευθέρας πάλης (που μετονομάστηκε σε κατς) στην Αμερική και οι νίκες του τον έκαναν δισεκατομμυριούχο και τον απανταχού της Γης ελληνισμό υπερήφανο. στη καθημαγμένη πατρίδα εκείνων των χρόνων, κάθε νίκη του (αληθινή ή προβαρισμένη) γινόταν πρωτοσέλιδη... δυό αθλητικογράφοι εκείνου του καιρού βιοπορίστηκαν στην Αθήνα με τούς άθλους του και περιέγραφαν ακόμη και φανταστικούς αγώνες του πέρα απο τον Ατλαντικό, με ανθρωπόμορφα τέρατα, θηρία ακόμη και σαμουράι... υπήρξε η λατρεία του λαού, ακόμη και του Ελευθερίου Βενιζέλου που τον κάλεσε να τον γνωρίσει...

 όταν τον ρώτησε ένας δημοσιογράφος στην Αμερική ποιόν Έλληνα απο την αρχαιότητα θαυμάζει περισσότερο, ονόμασε τον πολυμήχανο Οδυσσέα και εξήγησε, γιατί εκπόρθησε  την Τροία με το κόλπο του Δούρειου ίππου...

Ο Χρήστος Θεοφίλου γεννήθηκε στο Κουτσοπόδι του Άργους της Ηλείας το 1897 και το 1910 έφτασε  13χρονος στη Νέα Υόρκη ως μετανάστης. Η ζωή του άλλαξε όταν έφηβος μπήκε σε ένα προπονητήριο πάλης και άρχισε να ασχολείται με το άθλημα. Σε έναν απο τους πρώτους αγώνες του στην αρένα London του Πόρτλαντ, ο αθλητικογράφος Ρόσκο Φόσετ του έδωσε το όνομα Τζιμ Λόντος, που επρόκειτο να γίνει το διασημότερο και θρυλικότερο στην ιστορία του επαγγελματικού κατς της Αμερικής. 

αντίπαλοι δυό Έλληνες

 Τρεις δεκαετίες στις παλαίστρες πρωταγωνιστής και δημοφιλής

Το ότι ο Τζιμ Λόντος κατόρθωσε επί 3 δεκαετίες να κυριαρχεί στις παλαίστρες της Αμερικής σε ένα άθλημα που περιείχε δύναμη, τέχνη, ευελιξία, αντοχή  αλλά και κόλπα ώστε να συναρπάζουν τον θεατή, δείχνει ότι είχε την έξωθεν καλή μαρτυρία και θαυμασμό του κόσμου.

  Παρά το γεγονός του Αμερικανικού Οικονομικού Κραχ, που βύθισε την Οικονομία των Η.Π.Α. εκείνη την εποχή, ο Τζιμ Λόντος εξακολουθούσε να γεμίζει στάδια και να κερδίζει εκατομμύρια δολλάρια. Δεν ήταν λίγες οι φορές, που χιλιάδες θεατές δεν κατάφερναν να βρουν το «μαγικό εισιτήριο», για να παρακολουθήσουν τον Λόντο, δημιουργώντας ουρές έξω από τα εκδοτήρια.

  Ένας δημοσιογράφος των «Τάιμς» (1969) τον είχε ρωτήσει, τι θα ήθελε να αλλάξει στη ζωή του, αν του δινόταν η ευκαιρία να γυρίσει τον χρόνο πίσω, και εκείνος χαμογελώντας απάντησε, ότι θα ήθελε να είχε λεφτά από μικρός, ώστε να μπορούσε να συνεχίσει το σχολείο στο Άργος. Όνειρό του –δήλωσε– ήταν να σπουδάσει Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο και όχι να γίνει παλαιστής.

Το 1931 παλεύοντας σε 140 αγώνες κέρδισε  1.500.000 δολάρια $, ποσό αστρονομικό για τα τότε δεδομένα, καθιστώντας τον πιο πλούσιο αθλητή της εποχής του σε παγκόσμιο επίπεδο.   Έχασε τον τίτλο, που είχε κερδίσει παλεύοντας με τον Σικάτ, από τον παλαιστή Ντάνο Ο Μαχόνεϋ στην Βοστώνη και πέντε χρόνια μετά έδωσε την καθοριστική μάχη νικώντας στην Φιλαδέλφεια τον πρωταθλητή Μπρόνκο Ναγκούρσκι, επεκτείνοντας έτσι την φήμη του στην Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ και ξανακερδίζοντας τον χαμένο τίτλο.  Στον δρόμο του εμφανίσθηκε και έτερος παγκόσμιoς πρωταθλητής του κατς, ο επίσης Έλλην Γιώργος Ζαχαρίας (George Zaharias), πολύ διάσημος στην Αμερική, γέννημα της μεγάλης Ελληνικής σχολής πάλης στις ΗΠΑ, που όμως έχασε τον τίτλο του από τον Λόντο σε έναν αγώνα που προκάλεσε παγκόσμιο θαυμασμό, αφού δύο Έλληνες είχαν γίνει διεκδικητές της πρωτιάς  στις Η.Π.Α!

Τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα   μιά νίκη του Τζιμ Λόντου, στην Αμερική, μαθαινόταν στην Ελλάδα μετά ημέρες-εβδομάδες. Ο κινηματογράφος ήταν στα σπάργανα  και δεν υπήρχαν επίκαιρα για να  παιχτεί το αεροπλανικό του  στο σινεμά. Μόνο κάποιες αθηναικές εφημερίδες συναγωνιζόντουσαν ποιά να πρωτομάθει την είδηση και να την βάλει πρωτοσέλιδη, ακόμη περισσότερο αν ήταν αθλητική και περίμενε από ένα τέτοιο γεγονός να αυξήσει την πενιχρή κυκλοφορία της...  Εποχή της  μιζέριας που ακολούθησε την Μικρασιατική καταστροφή, των πολιτικών παθών, της μετανάστευσης πέρα από τον Ατλαντικό και των μηδαμινών αθλητικών γεγονότων. Σ΄αυτό το βαρύ κλίμα δυο αθλητικοί συντάκτες, για να βγάλουν κυρίως το ψωμί τους, προσπαθούσαν κι΄  αγωνιούσαν να μαθουν για κάποιο νικηφόρο  αγώνα του Έλληνα πρωτοπαλαιστή  και να τον περιγράψουν στην εφημερίδα τους. Ήσαν ο Γιώργος Ζαμαρίας και ο Παύλος Κριναίος, ο ένας κοντραμπατζής της είδησης και ο άλλος κουρσάρος της... Ο συναγωνισμός τους για την πρωτιά τους οδήγησε στην "αποκλειστικότητα" ακόμη και φανταστικών αγώνων, όπως θα δείτε σε αυτό το κείμενο που το αφιερώνω με συγκίνηση στους αθλητικούς συντάκτες της εποχής του αντιμόνιου.  

ο ρόκερ Antoine Parinis (Αντώνης Παρίνης) παραφράζει το τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη και το αποδίδει στο δικό του στιλ.

 ο διασημότερος Έλληνας πριν τους Νικ δε Γκρικ και Ωνάση 

 (κείμενο και φωτογραφίες  από το  "Έλληνες, υπέροχοι, απίθανοι

 και τρελοί" του Δ. Λιμπερόπουλου - εκδόσεις Γιάννη Βασδέκη 1988)

 

Ο ΤΖΙΜ ΛΟΝΤΟΣ υπήρξε προέκταση των ημίθεων —του Ηρακλή και του Θησέα— στη σύγχρονη εποχή. Ο Παύλος Κριναίος ήταν ο ραψωδός που τραγούδησε  στις αθλητικές εφημερίδες τους άθλους του στην ξενιτιά... Γι' αυτά τα δύο μυθικά πρόσωπα —το πρώτο στα ρινγκ της Αμερικής και το δεύτερο στις σελίδες των ελληνικών αθλητικών εφημερίδων— θα σας μιλήσω σήμερα... Και μακάρι να 'βρισκα πάντοτε τέτοιους σπόρους, που στα παιδικά μου χρόνια ανθίζανε στη φαντασία μου, σαν πολύχρωμα ολόδροσα και μυρωδάτα λουλούδια... Λουλούδια, που γίνανε σήμερα πλαστικά, γιατί τα ελληνάκια ζούσανε τότε  υπαρκτούς μύθους ( τα βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα και τους αγώνες του Τζιμ Λόντου )  κι΄όχι τους ανύπαρκτους του Ράμπο και του Χάρυ Πότερ...

Πριν λίγο καιρό πέθανε ένας ομογενής από την Αίγυπτο, ονόματι Γιώργος Χαραλαμπίδης, που είχε αφιερώσει τη ζωή του στη συγκέντρωση στοιχείων γύρω από την παλαιστική καριέρα του Τζιμ Λόντου. Φιλμς, φωτογραφίες κι αποκόμματα αμερικανικών κι ελληνικών εφημερίδων βρίσκονται τώρα στα χέρια του Ηλία Σγουρόπουλου, γνωστού μοντέρ, αλλά πολύ φοβάμαι ότι το πολύτιμο αυτό υλικό δε θ' αξιοποιηθεί... Έτσι ο Τζιμ Λόντος, το θρυλικό αυτό όνομα της παλαίστρας, θα μείνει μόνο στην αχλύ του μύθου και σε λίγα ασπρόμαυρα φιλμ που υπάρχουν στις ΗΠΑ. ... Στα τέλη της δεκαετίας του '80, εδώ στην Ελλάδα, μόνο πέντε-έξη άνθρωποι μπορούνε να δώσουνε στοιχεία για το βίο και την πολιτεία του σούπερ αυτού σταρ της επαγγελματικής πάλης, που αργότερα το μάθαμε ως «κατς», και ξεκίνησε και έλαμψε  τις δεκαετίες του '20 και του '30 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και από αυτούς τους λιγοστούς, ο Παύλος Κριναίος και ο Αντώνης Χριστοφορίδης, π'εθαναν το 1985. Μένουν ο βετεράνος παράγοντας του αθλήματος Βαγγέλης Καρυστινός, οι δημοσιογράφοι Χρήστος Σβολόπουλος, Θανάσης Σέμπος, Τόλης Γαρουφαλής, Κώστας Σισμάνης ( εν τω μεταξύ πάνε κι΄αυτοί... ) και ο απόγονος του Λόντου Θεόφιλος Θεοφίλου. Αυτούς θέλησα να συμβουλευτώ για το σύντομο ιστόρημά μου αλλά, με την πρώτη επαφή, κατάλαβα πως είχανε να μου διηγηθούνε τόσα πολλά, που θα με βάζανε σε πειρασμό για ογκώδη μυθιστορηματική βιογραφία.

Θα αρκεστώ σε περιληπτικά στοιχεία και κυρίως σε διασκεδαστικά περιστατικά...Η ίδια διαδικασία δηλαδή, με τον Λόντο να βρίσκεται σε διαρκή άμυνα στην αρχή και το διαιτητή να ρωτάει με όλη την δύναμη της φωνής του «γκιβ απ» (παραδίνεσαι;) κι εκείνος να ουρλιάζει από τον πόνο «νόουουου»... Στον αγώνα, ο διαιτητής έσκυβε στο καναβάτσο, καθώς ο αντίπαλος του Λόντου τον συνέθλιβε στα μπράτσα του, για να ρωτήσει αν παραδίνεται, αλλά η φωνή του δεν ακουγότανε ως τους θεατές... Και τότε ο Λόντος —θυμάται ο Χρήστος Σβολόπουλος, διαιτητής σε αγώνα στην Ελλάδα— όπως είχα πλησιάσει στο πρόσωπο του, μου ψιθύρισε: «πιο δυνατά ρώτησε με»... Η ερώτηση του διαιτητή έπρεπε ν' ακούγεται ως τον τελευταίο θεατή, που συμμετείχε στην αγωνία του πάσχοντα, που σφάδαζε και μούγκριζε από τον πόνο... Ο Λόντος δεν πρόσφερε μόνο θέαμα, αλλά και το βογγητό, την  αγωνία του στο κοσμάκη, που είχε τα δικά του βάσανα...

Γύρω στα 1910, τότε που η Αθήνα υποδεχότανε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ένα παιδόπουλο ξεκινάει από το Κουτσοχώρι του ΄Αργους για μετανάστης στην Αμερική. Λέγεται Χρήστος Θεοφίλου. Φτάνει στη Νέα Ιόρκη κι από το Ιμιγ-κρέισον βγαίνει στο Νέο Κόσμο θαμπωμένο και σαστισμένο... Από το χωριό, κάτω από τους ουρανοξύστες! Πρέπει να διαλέξει λαντζέρης ή λουστράκος... Μπορεί όμως να πάει και στις σιδηροδρομικές γραμμές, όπου το μεροκάματο υπόσχεται βιβλιάριο στην Μπάνκα... Καθώς τριγυρίζει στους δρόμους του Μανχάταν αναποφάσιστο, το γεροδεμένο χωριατόπαιδο, βλέπει φώτα και κόσμο κι ακούει φωνές, χειροκροτήματα κι αποδοκιμασίες... Ένας παλαιστικός αγώνας είναι στο τέλος του κι ο Χρήστος τρυπώνει στην αίθουσα και βλέπει τα τελευταία λεπτά, πίσω από τις πλάτες των θεατών που κυριολεκτικά ουρλιάζουν... Εκείνο το βράδυ ο νεαρός μετανάστης παίρνει τη μεγάλη απόφαση, καθώς περιμένει ανάμεσα στους θαυμαστές του νικητή για να τον χειροκροτήσουν ακόμη μια φορά και να τον συνοδέψουν ως το αυτοκίνητο του... Έτσι ο Χρήστος Θεοφίλου την άλλη μέρα, πίσω από τις στίβες πιάτα που πλένει, ονειρεύεται να γίνει παλαιστής. Με τα πρώτα σεντς που κερδίζει, γράφεται σ' ένα προπονητήριο και ρίχνεται με ζήλο στη μάθηση της πάλης. Μέσα σε λίγους μήνες μαθαίνει περισσότερα για τις λαβές, τα χτυπήματα, τα ξεγλυστρήματα, τις αποκρούσεις και τις πονηριές του σπορ, παρά για την καινούργια γλώσσα που μιλάνε γύρω του και δεν την καταλαβαίνει... Στα προπονητήρια και σπς παλαίστρες, που ανήκουνε σε ιδιοκτήτες ελεγχόμενους από τα συνδικάτα της παρανομίας, συχνάζουνε προπονητές, μάνατζερ και πράκτορες στοιχημάτων, που αναζητάνε τα καινούργια αστέρια του αθλήματος, συνήθως παλαιστές υπερφυσικής δύναμης και αγριωπής εμφάνισης, που όταν αγωνίζονται χωρίζουν τους θεατές σε δυο μερίδες και υποστηρίζουν με φανατισμό το δικό τους ευνοούμενο...

Από την πρώτη στιγμή, ο νεαρός Έλληνας κάνει εντύπωση στο σινάφι, γιατί είναι ο μόνος μάλλον μικρόσωμος και χωρίς κανένα ψεγάδι τερατομορφίας πάνω στην παλαίστρα... Κι όμως, αυτός ο νεαρός Απόλλωνας, μετά λίγο καιρό, τα βάζει με όλους εκείνους τους πελώριους κακομούτσουνους παλαιστές που έχουνε πολύχρονη θητεία στο απάνθρωπο σπορ κι από τους οποίους οι θεατές ζητάνε θηριωδία και αίμα... Αυτό ακριβώς το στοιχείο, του όμορφου παλαιστή με το αγαλματένιο κορμί, προσέχουν οι οργανωτές αγώνων, που βλέπουν τους θεατές να μεταστρέφονται από την πλευρά των τεράτων στην μεριά του ωραίου Έλληνα. Αλλά ο νεαρός δεν είναι μόνο τέλειος σε σωματικές αναλογίες, έχει ακόμη δύναμη, ευκινησία, ευστροφία και πονηράδα, με λίγα λόγια είναι ο παλαιστής που αποχτάει σε κάθε του εμφάνιση καινούργιους οπαδούς.

Η δεκαετία του 1910 δεν είχε ανακαλύψει ακόμη την επαγγελματική πάλη των φτιαχτών αγώνων. Ο κάθε παλαιστής, προπονητής και μάνατζερ, ήθελε, περισσότερο κι από το χρήμα, τη δόξα. Οι παλαιστές χρησιμοποιούν όλων των ειδών τα χτυπήματα, τις λαβές, τα στραμπουλήγματα, τα λακτίσματα... Η απανθρωπιά του σπορ, θυμίζει το αρχαίο Παγκράτιο... Τότε ακριβώς, με την εμφάνιση του νεαρού Έλληνα, που παίρνει το όνομα Τζιμ Λόντος, κάποιοι παμπόνηροι   οργανωτές   —Εβραίοι   και   Ιταλοί—   σκέφτονται   τα συνεννοημένα ματς. Εμπνέονται από την εμφάνιση του Λόντου, που μόλις ανέβαινε στη παλαίστρα κέρδιζε αμέσως  τη συμπάθεια της πλειοψηφίας του κόσμου.

ο Δαβίδ και ο Γολιάθ     πάνω σε μια παλαίστρα  

 Και νά, τότε, τί σοφίστηκαν... Να βάζουν αντίπαλο του τερατόμορφο παλαιστή, με παρατσούκλι, όπως Στραγγαλιστής, Κουασιμόδος, Γορίλας, Άνθρωπος Βουνό, Φονιάς και άλλα παρόμοια... Αυτός ο αντίπαλος εκδήλωνε από την αρχή τα θηριώδη ένστικτα του, με αντικανονικά χτυπήματα, λακτίσματα, ασφυκτικές λαβές και απειλητικές διαθέσεις ακόμη και κατά του διαιτητή που τον παρατηρούσε... Ο σωματώδης παλαιστής προσπαθεί να ξεμπερδέψει, όπως δείχνει, αμέσως με τον Λόντο, αλλά αυτό δεν αρέσει φυσικά στον κόσμο, που πλήρωσε για να δει μακρόχρονο θέαμα... Ο μικρόσωμος Έλληνας αμύνεται απεγνωσμένα, καθώς τον στριμώχνει από τα πρώτα λεπτά του ματς ο αντίπαλος του και βογγάει από τους πόνους, σφαδάζει... Βουβαμάρα στην αίθουσα... Κανένας δεν είναι με το θεριό... Και ξαφνικά, εκεί που όλοι φοβούνται πως ο μικρόσωμος θα παραδοθεί στο γίγαντα, ο Δαβίδ ξεφεύγει από την μέγκενη του Γολιάθ, αλλά οι θεατές εξακολουθούν να μη βγάζουνε άχνα... Πώς να βγάλουνε, αφού ο κακός κυνηγάει ακόμη πάνω στο ρινγκ τον καλό κι αν τον ξαναπιάσει τετέλεσται... Μα ο Τζιμ Λόντος γλιστράει σαν χέλι από τον αντίπαλο, που αρχίζει να δείχνει κουρασμένος... Οι θεατές τότε ελπίζουνε σε κάποιο θαύμα, και καθώς ο ευνοούμενος τους τολμάει την πρώτη αντεπίθεση, χειροκροτούν δειλά... Μα αμέσως καταλαβαίνουνε πως ο Λόντος έχει αποχτήσει υπερφυσικές δυνάμεις, πνιγμένος από την αδικία, τα αντικανονικά χτυπήματα του αντιπάλου του... Επιτίθεται με μανία, κατά του τερατόμορφου γίγαντα, με εναέρια λακτίσματα, που ενθουσιάζουν τον κόσμο... Οι θεατές έχουνε πεταχτεί όρθιοι και ουρλιάζουν, καθώς ο Τζιμ Λόντος αρπάζει στα μπράτσα του σαν πούπουλο τον θηριώδη αλλά κατάκοπο αντίπαλο... Και καθώς το πλήθος παραληρεί τον στριφογυρίζει στον αέρα και τον βροντοχτυπάει στο καναβάτσο, που οι οργανωτές έχουνε φροντίσει να είναι μαλακό... Φυσικά η περιγραφή αυτή του αγώνα είναι περιληπτική, γιατί η διάρκεια του κρατούσε πάνω από μια ώρα. Στα τρία τέταρτα, ο καλός περνούσε του κορμιού του και της ψυχής του τον τάραχο —στα μάτια των θεατών βέβαια— αλλά μετά οι όροι άλλαζαν και ο κακός συντριβόταν... Αυτό ήθελε ο θεατής που πλήρωνε, αυτό γινότανε...

Έτσι γεννήθηκε ο Τζιμ Λόντος και το «αεροπλανικό» του κόλπο, που έφτασε στην πιο μεγάλη του δόξα στα τέλη της δεκαετίας του '20, τότε που η Αμερική έσκαγε κι αυτή με πάταγο πάνω στο οικονομικό κραχ. Όταν οι άνεργοι έκαναν ουρές για ένα πιάτο φαί' και οι κατεστραμμένοι αυτοκτονούσαν, ο Τζιμ Λόντος ήτανε πια ζάμπλουτος, γιατί τα κέρδη του από τους αγώνες δεν τα είχε κάνει μετοχές, αλλά γη και κτίρια. Ποτέ όμως δεν έκανε επίδειξη του πλούτου του, γιατί ήταν «σφιχτός» και κλεισμένος πάντοτε στον εαυτό του. Τον είχανε καλομάθει και οι Έλληνες της Αμερικής, κυρίως εστιάτορες, που τον γεμίζανε δώρα και είχανε την κορμοστασιά του, με τη χρυσή ζώνη στη μέση, στις βιτρίνες τους... Η κατώτερη και μεσαία τάξη κατάκλυζε κατά χιλιάδες τις αίθουσες κι αργότερα τα ανοιχτά στάδια, όπου πάλευε ο Λόντος. Οι μειονότητες τον λάτρευαν. Ήταν ο θρύλος του νεαρού μετανάστη, του αγράμματου σαν κι αυτούς, που μεγαλούργησε με τη δύναμη των μπράτσων, τη σβελτάδα και την εξυπνάδα του... Ήταν ένας Ράμπο της εποχής του, που τον ανακάλυψαν οι μαφιόζοι πριν τον Σταλόνε... Οπαδοί του Λόντου και οι Μαύροι, σαμποταρισμένοι από τους Άσπρους στις παλαίστρες...

LodostadioΟ Λόντος (δεύτερος αριστερά) σε μια από τις λιγοστές εμφανίσεις του στην Ελλάδα, στο κατάμεστο Παναθηναικό Στάδιο με αντίπαλο τον Ολλανδό Βάντερβαλντ. Φυσικά νίκη με το αεροπλανικό κόλπο και πανζουρλισμός...  

105.000 θεατές σε αγώνα του!

Ναι, ο Τζιμ Λόντος υπήρξε κατασκεύασμα των οργανωτών, αλλά, όπως έλεγε ο Παύλος Κριναίος, κανένας άλλος παλαιστής δε συγκέντρωνε μαζί τόσα προσόντα: Αγαλματένιο σώμα, αρρενωπό πρόσωπο, ηράκλεια δύναμη, ευκινησία αιλουροειδούς, δεξιοτεχνία μεγάλου μάστορα, πανουργία και κυρίως θεαματικότητα  που μπορούσε να ξυπνήσει και να συναρπάσει τα πλήθη... Κι όταν λέμε πλήθη, υπολογίστε δεκάδες χιλιάδες θεατές, που σε μια περίπτωση φτάσανε τα 105.000 πληρωμένα εισιτήρια, χωρίς τους τζαμπατζήδες! Δολάρια δηλαδή με ουρά...

Στη Στοά Πάπου έβγαινε παλιά η αθλητική εφημερίδα του Θ. Σέμπου και του Γ. Γεωργαλά, με αρχισυντάκτη τον Παύλο Κριναίο, που αναμασούσε κι εκείνος, όπως εγώ τώρα, όλο τα παλιά. Συγκεντρωνόμαστε γύρω του, ο Μίμης Παπαναγιώτου, ο Κώστας Σισμάνης, ο Γιάννης Βανδώρος, ο Στάμος Γρατσίας, οι τυπογράφοι, οι λινοτύπες, οι δοσατζήδες και οι αργόσχολοι και τον ακούγαμε να διηγείται γεμάτος έπαρση, καθώς ο Τόλης Γαρουφαλής τον τσιγκλούσε για τα φτιαχτά ματς. Ο Κριναίος, Κύπριος την καταγωγή, μας θεωρούσε όλους μαθητούδια του και μας αγαπούσε, αλλά όταν του θίγαμε τον Λόντο κλωτσούσε σαν μουλάρι και στα σφυρίγματα των τυπογράφων, νευρίαζε και κατέβαζε τα παντελόνια του, για να τους δείξει τα οπίσθια του, όπου τους έγραφε... Και καθώς εμείς κρυφογελούσαμε, έσφιγγε τη ζώνη του και μας έλεγε: —Ε, ρε πουλενάκια, που θα μου μειώσετε εσείς τους άθλους του Λόντου... Ολόκληρη η Αμερική παραληρούσε και μαζί της η Ελλάδα η Ψωροκώσταινα, όταν ο Τζιμ Λόντος σβούριζε με το αεροπλανικό του τον Στράγγαλ Λούις, τον Ρίτσαρντ Σίκατ, τον άνθρωπο-βουνό, τον Κβαριάνι, τον Ντιναρλί Μεμέτ, τον Βάντερβαλντ, τον Στανισλάβ Ζιμπίσκο... Και μια που θυμηθήκαμε τον Ζιμπίσκο, πολλοί θα έχετε δει την ταινία του Ζιλ Ντασέν «Όταν η πόλη κοιμάται» με συμπρωταγωνιστή το σπουδαίο Πολωνό παλαιστή, δίπλα στο Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ. Για να δημιουργήσει ο Ντασέν ολόκληρη ταινία με υπόθεση την επαγγελματική πάλη και τον Ζιμπίσκο στο ρόλο του βετεράνου Έλληνα πρωτοπαλαιστή, καταλαβαίνετε τι παγκόσμια απήχηση είχε ακόμη τότε αυτό το σόου της σωματικής δύναμης. Αλλά και πόσο πλανιότανε στον αέρα ο απόηχος από τους θριάμβους του  ΄Ελληνα τσάμπιον.

Παύλος Κριναίος

Κυρ Παύλο σε ευχαριστώ για το ήθος σου, το ταλέντο σου, τις συμβουλές σου, είμαι ένα από τα πουλενάκια σου, με τον Τόλη Γαρουφαλή, τον Κώστα Σισμάνη, τον Μίμη Παπαναγιώτου, τον Γιάννη Βανδώρο, τον Θεόδωρο Νικολαίδη.  Δημήτρης Λιμπερόπουλος 

Ο Παύλος Κριναίος (Χαρίλαος Νεοφύτου Μιχαηλίδης), ποιητής της πρωτοπορίας της δεκ. του ’20, γεννήθηκε στην Πάφο  στις 17 Ιουνίου 1902 ήρθε στην Αθήνα για σπουδές το 1923 και πέθανε στην Αθήνα το 1986. Τις πρώτες του εμφανίσεις  στα γράμ­ματα  κάνει στην εφημερίδα «Πάφος» το 1921, και λίγο αργότερα στην εφημερίδα της Λεμεσού «Αλήθεια».

 Φοίτησε τρία χρόνια στη Φιλοσοφική Σχολή και επειδή του κόπηκε η βοήθεια που του έστελναν από την Κύπρο, αναγκάστηκε να εργάζεται στην αθλητική δημοσιογραφία. Δημοσιεύει τα πρώτα ώριμα έργα του στη «Νέα Εστία» του Γρηγόρη Ξενόπουλου. Στο περιοδικό και συγκεκριμένα στην μό­νιμη στήλη με τίτλο «Πρωτοπορία» δημοσιεύεται το πιο κάτω σημείω­μα για τον Κριναίο:   «Με τον τίτλο αυτό Θα δημοσιεύομεν συχνά ποιή­ματα νέων ποιητών, μάλλον ή ήττον αγνώστων. Και αρχίζομεν με δυο του κ. Παύλου Κριναίου Μιχαηλίδη, ο οποίος είναι ίσως ο γνωστότερος με το ποίημα «Ο ύπνος μιας μικρής εταίρας». Εκρίναμε λοιπόν, ότι ο κ. Μιχαηλίδης αξίζει την τιμήν ν’ ανοίξει αυτήν την «πρωτοπορίαν».

Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: «Φρυγικοί αυλοί» (1932),«Μωσαϊκά και επιγράμματα» (1934)«Τετράδια των αγγέλων» (1970)«Το χρυσό δισκοπότηρο» (1972)«Το μανουάλι με τα 63 κεριά» (1974) και άλλα.

Εργάστηκε ως συντάκτης της εφημερίδας «Βραδυ­νή» και διευθυντής της "Αθλητικής Φωνής" και έβαζε  πομπώδεις τίτλους για τον Ολυμπιακό, που τον πρωτοονόμασε Θρύλο και Κόκκινη θύελλα, τον Απόλλωνα Ελαφρά ταξιαρχία  και τον Φωστήρα Φονέα τον γιγάντων. Πρόβαλε τον Τζιμ Λόντο ως είδωλο  και θρύλο. Ο Παύλος Κριναίος στα τέλη της δεκαετίας του 1920 έγινε φίλος της Μαρίας Πολυδούρη και την επισκεπτόταν καθημερινά στο Νοσοκομείο Σωτηρία στη Βούλα, όπως αφηγείται  η αδελφή της Μαρίας Πολυδούρη, η Βιργινία.

Αυτοί οι αθλητικοί συντάκτες προλάβανε τον μυθικό Τζιμ Λόντο και τον ραψωδό του Παύλο Κριναίο. Από αριστερά (πάνω) Ανδρέας Σακκαλής, Πέτρος Λινάρδος, Γιώργος Παντούρης, Αλέκος Σιδηρόπουλος, στη μέση: Πάνος Μακρίδης, Δημήτρης Καπλάνογλου, Λευτέρης Γενεράλης, Τάκης Σακελλαρίου, Θανάσης Σέμπος, Μίμης Παπαναγιώτου. Καθιστοι,  Δημήτρης Γιανναράκος, Δημήτρης Λιμπερόπουλος, Γιάννης Βανδώρος.

  Ο Ελληνοαμερικανός ηθοποιός  Νίκ Ντένις ( Καναβάρας, από την Καρδίτσα ) πυγμάχος στα νιάτα του, μου μιλούσε ώρες για το ίνδαλμά του Τζιμ Λόντο και βούρκωναν τα μάτια του.  

 ισόβιος τσάμπιον !  

 Ο Τζιμ Λόντος είχε ανακηρυχτεί από την Ομοσπονδία Πάλης της Πολιτείας της Νέας Υόρκης παγκόσμιος πρωταθλητής και με αυτό τον τίτλο τον αναφέρανε οι εφημερίδες ισοβίως... Οι Έλληνες τον είχανεαπολαύσει στο Παναθηναϊκό Στάδιο, όταν ερχότανε κατά καιρούς για να κατατροπώσει τον Κβαριάνι, τον Μεχμέτ Αλή, τον Βάντερβαλντ και το 1959 (στα 64 χρόνια του!) κάποιον Άγγλο 30ρη παλαιστή... Πάντοτε νικούσε με το δημοφιλέστατο αεροπλανικό του, μόνο που, την τελευταία φορά, ο αντίπαλος του σχεδόν αναπήδησε μόνος στην πλάτη του, για να τον διευκολύνει στην τελική πτώση, ενώ ογδόντα χιλιάδες θεατές παραληρούσαν... Ο Χρήστος Σβολόπουλος, που είχε διαιτητεύσει το μοναδικό αγώνα του Λό¬ντου στην Πάτρα, μου έλεγε ότι, ημέρες πριν, οι δύο αντίπαλοι προβάρανε, κρυφά βέβαια, τα κόλπα τους, αυτά ακριβώς που θα «ξυπνούσαν» τους θεατές... Πολλά τα κόλπα εκείνης της εποχής, που συγκινούσαν το κοινό: Το πέταμα του αντιπάλου στο καναβάτσο και το πάτημα του ενός ποδιού του, με προ¬σπάθεια εξάρθρωσης του άλλου... Λαβή πάνω στο στόμα, με πρόθεση την ασφυξία... Λάκτισμα στα γεννητικά όργανα... Προσπάθεια εξόρυξης των οφθαλμών... Όλες αυτές τις αντικανονικές ενέργειες τις έκανε φυσικά ο «κακός» του αγώνα, για να τον παρατηρεί ο διαιτητής, να τον μισεί το κοινό και να γίνεται πανζουρλισμόςόταν άρχιζε η αντεπίθεση του «καλού»...


Μεταφορά στη σελίδα
1 2 » επόμενη σελίδα

προστέθηκε στις: 04 Μάι 2005

 
 

:: αρχική :: προφίλ :: επικοινωνία :: εικόνες

© Δημήτρης Λιμπερόπουλος :: ...Webmaster