.  » αρχική σελίδα

 :: Επιλέξτε θέμα προς προβολή ::

Αντώνης Χριστοφορίδης ο θρύλος


Kristofthonos

  

 στην Ελλάδα, που περιβρέχεται από θάλασσα,  επιπλέουν φελλοί και  κουράδες... και κάποιοι που ευωδιάζουν εκ φύσεως, και κινδυνεύουν να πατώσουν εν μέσω δυσοσμίας, ξενητεύονται και σκορπούν το άρωμά τους μακριά της...  

ελληνάκια, διαβάστε το, θα πετάξετε ξαφνικά στα ουράνια, αν και αυτοί που γράφουν την ιστορία μας σας θέλουν στα λασπόνερα...

1o

ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ τους Έλληνες που παρουσίασα ως τώρα στις «Εικόνες», ο πιο αξιοθαύμαστος στάθηκε αυτός που θα τον ιστορήσω σε λίγες  συνέχειες: Πρόκειται για τον Αντώνη Χριστοφορίδη, το προσφυγόπουλο της Μικρασιατικής καταστροφής, που έγινε πρωτοπυγμάχος Ευρώπης και παγκόσμιος Πρωταθλητής. Ο Χριστοφορίδης, το 1938, είχε νικήσει στο κατάμεστο από Ναζί Σπορτ Πάλας του Βερολίνου τον Γερμανό πρωταθλητή Έντερ, αναγκάζοντας τον Χίτλερ να φύγει πριν λήξει ο αγώνας.

Σ' αυτή τη βιογραφία θα μάθαιτε  όχι μόνο για την καριέρα ενός πυγμάχου με παγκόσμια λάμψη αλλά θα πάρετε μια ιδέα για το σπορ που αναζητά τα είδωλα του στα φτωχόπαιδα που διψάνε για χρήμα και δόξα και φτάνουν ως την παραμόρφωση του προσώπου και την αποβλάκωση... Έζησα την ατμόσφαιρα του ρινγκ  στο θρυλικό Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν της Νέας Υόρκης. Πάνω του πετσοκόβονταν οι πυγμάχοι και στις μπροστινές πανάκριβες θέσεις, προσωπικότητες, σταρ και καλλονές, αποζητούσαν τη μερίδα τους από τα φλας  και τις κάμερες... Το μποξ, κυρίως στην Αμερική, δεν είναι μόνο γροθιές, αλλά χρήμα, δόξα, διαφήμιση... Γεννήθηκε με τον  Τζέντλεμαν Τζιμ, έφτασε στην εφηβεία του με τις μονομαχίες Τούνει-Ντέμσει και ανδρώθηκε τη χρυσή εποχή των Μαύρων, που ανάμεσά τους ξεχώρισαν ο δυναμίτης  Τζόε Λούις και ο ελαφρύτερος ζαχαρένιος Σιούγκαρ Ρέι Ρόμπινσον. Μετά, πέρασε σαν σίφουνας ο αήττητος Λευκός   Ρόκι Μαρτσιάνο, ώσπου να φανεί το μεγάλο είδωλο των Αφροαμερικάνων,ο ταλαντούχος καυχησάρης  Μωχάμετ Άλι... Η πυγμαχία άρχισε να γίνεται σόου υπερφίαλο του νικητή κι΄αργότερα τσίρκο, κυρίως με την εμφάνιση  του γκαραγκιόζη του ρίνγκ Τάισον. Την χρυσή εποχή της πυγμαχίας, ένας Έλληνας έγινε παγκόσμιος πρωταθλητής στα ημιβαρέα βάρη, μέσα στη χώρα του μποξ. Είναι αυτός που τον γνώρισα από κοντά, γίναμε φίλοι και παρ΄όλη τη σεμνότητά του, του απέσπασα πληροφορίες για την καταπληκτική καριέρα του.

Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο <<Έλληνες, υπέροχοι, απίθανοι και τρελοί>> του Δημήτρης Λιμπερόπουλου ( εκδόσεις Γιάννη Βασδέκη )

Στο οδοιπορικό αυτό θα συναντήσετε  εκτός από πυγμάχους και προσωπικότητες των δεκαετιών '30, '40, και '50, που ήσαν θαυμαστές του Χριστοφορίδη, ενός από τους μεγαλύτερους  Έλληνες Αθλητές  όλων των Εποχών. 

hspace=0

Αντώνης Χριστοφορίδης, ο πυγμάχος που έδωσε περισσότερες και  δέχτηκε πιό λίγες  γροθιές και  διατήρησε το ελληνικό προφίλ του  

γροθιές Μπρεχτ και Χίτλερ

1η  ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 1939, Σαιν Μαλό Νορμανδίας: Οι τελευταίοι παραθερι­στές έχουν φύγει από τη λουτρόπολη, όχι γιατί μπήκε το φθινόπωρο, αλλά γιατί ακολουθεί πίσω του ο πόλεμος... Ο ανταποκριτής γερμανικών εφημερίδων στο Παρίσι, Χανς Ρίγκελ, ετοιμάζει τη βαλίτσα του κι από το παράθυρο του βλέπει τον  Αντουάν  Κριστοφορίντις  και τον  προπονητή  του  Πιερ  Γκαντόν να τριγυρίζουν στο πρόχειρο ρινγκ του κήπου. Πάνω σε αυτό γυμναζόταν κάθε μέρα ο Αντουάν, για να ξανακερδίσει τον τίτλο του πρωταθλητή Ευρώπης από το Γάλλο Τενέ. Ο Έλληνας πυγμάχος, που είχε χάσει αυτό το στέμμα μάλλον άδικα, δε θα το ξαναδιεκδικήσει... Ο Χανς το ξέρει πως τώρα που ο στρατός του Χίτλερ μπήκε στην Πολωνία, ο πόλεμος έρχεται σαν κι εκείνη την αφάνα στο βάθος του έρημου δρόμου, που ο άνεμος την κυλάει προς το ξενοδοχείο τους. Πριν δώδεκα χρόνια, στο Βισμπάντεν, ο Χανς είχε δει μια παράσταση του Μπρεχτ και του Βάιλ, που διαδραματιζόταν πάνω σε ένα ρινγκ... Οι ηθοποιοί τραγουδούσαν αρκετά τραγούδια μα ένα από αυτά είχε σφηνωθεί στο μυαλό του... Καθώς έκλεινε τη βαλίτσα του άρχισε να το τραγουδάει: Κι ένα πλοίο με οχτώ πανιά και πενήντα  κανόνια στο λιμάνι θα βρεθεί για να βομβαρδίσει την πόλη... Και θα ρωτήσουνε μένα «ποιούς να σκοτώσουμε»; «Όλους»...

Ο Γάλλος Γκαντόν, όπως κι η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου, δεν είχε ιδέα τότε από Μπρεχτ και «Μαχαγκόνι». Γι' αυτό αγρίεψε με το Γερμαναρά που τραγουδούσε τη στιγμή που χανόταν το παν... Ημέρωσε όμως, όταν τον είδε να πλησιάζει για να τους αποχαιρετήσει με βουρκωμένα μάτια... Κι ο Αντώνης δεν μπορούσε να του κρατήσει κακία, γιατί όταν επέστρεφε θριαμβευτής από το Βερολίνο, μέσα στο κουπέ του τρένου, ο  αντιναζιστής αθλητικογράφος  πανηγύριζε γιατί είχε χάσει ο  Έντερ  μπροστά στον Χίτλερ...

Θεέ μου, τι ημέρα κι εκείνη... Ας τη θυμηθούμε όπως την περιγράφει ο Αθηναίος γιατρός Δημήτρης Παπακώστας, φοιτητής τότε στο Παρίσι, που πήγε στο Βερολίνο το Γενάρη του 1938, για τον αγώνα του Χριστοφορίδη με τον πρωταθλητή Γερμανίας Γκούσταβ Έντερ:

«Ιανουάριος 1938, στο Σπορτ Πάλας του Βερολίνου. Ο Αντώνης αντιμετωπίζει μέσα σε ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα είκοσι χιλιάδων, κυρίως Ναζί, το καμάρι της χιτλερικής Γερμανίας: τον Γκούσταβ Έντερ, οχτώ χρόνια αήττητο στα ρινγκ όλης της Ευρώπης. Μαζί με τον Χριστοφορίδη, τους Γάλλους Τιλ και Τενέ και τον Ολλανδό Κλάβερεν, αποτελούν τους πέντε καλύτερους πυγμάχους του ευρωπαϊκού χώρου στα μεσαία βάρη. Ο Αντώνης έχει νικήσει τους πρωταθλητές Τσεχοσλοβακίας Βίλντα Τζακς, Ισπανίας Μαρτινέζ Αρφάρα, Ιταλίας Μάριο Κασαντέι, τον Κιντ Τζανάς από τη Μαρτινίκα, που έγινε πρωταθλητής Γαλλίας και άλλους πολλούς...

 Στο ματς   ήταν κι ο Αδόλφος Χίτλερ, συνοδευόμενος από τον  θρύλο της Γερμανίας Μαξ Σμέλιγκ, που είχε αναδειχθεί ένα φεγγάρι παγκόσμιος πρωταθλητής νικώντας τον Αμερικανό Τζόε Λούις στο πρώτο ματς, αλλά χάνοντας στη ρεβάνς. Ο γιατρός Δημήτρης Παπακώστας, θυμάται:

 << Στη διάρκεια  του αγώνα, ούτε μια στιγμή δεν ακούστηκε μια ενθαρρυντική φωνή για τον Αντώνη... Όλοι ούρλιαζαν για τον δικό τους... Κι όμως, ο δικός μας, απτόητος, δεχόταν κι ανταπέδιδε τα χτυπήματα και, όπως ήξερα, σκεφτόταν πως αν έχανε εκείνο το παιχνίδι θα του φράζανε το δρόμο για τον ευρωπαϊκό τίτλο... Και δεν κιότεψε... Ούτε για μια στιγμή δεν έχασε την ψυχραιμία του και το στιλ του κι οι ελάχιστοι Έλληνες που τον βλέπαμε κλαίγαμε από συγκίνηση, καθώς γύρο με γύρο μάζευε βαθμούς... Στον τελευταίο γύρο μάλιστα στρίμωξε τον αντίπαλο του στη γωνιά και τον σφυροκοπούσε... Όταν το γκογκ σήμανε τη λήξη, ο Χίτλερ δε βρισκόταν  τη θέση του... Οι Γάλλοι δημοσιογράφοι πετούσαν τα χειρόγραφα τους έξαλλοι από χαρά και φιλούσε ο ένας τον άλλο... Ο ίδιος ο Έντερ, πριν δώσουν οι κριτές τη βαθμολογία, σήκωσε το χέρι του Αντώνη, του νικητή του... Και ξαφνικά, όλο εκείνο το φανατισμένο πλήθος, κάτω από τις σβάστικες, ηρέμησε κι όταν σε λίγο ο διαιτητής σήκωσε το χέρι του Αντώνη Χρι-στοφορίδη, ο κόσμος ικανοποιήθηκε που ο σπίκερ ανέφερε το νικητή ως Έλληνα... Αν έχανε, σίγουρα θα τον πολιτογραφούσε Γάλλο...>>

 Το Παρίσι επεφύλαξε στον Κριστό, που τον θεωρούσε δικό του παιδί,  θερμή υποδοχή. Στο σιδηροδρομικό σταθ­μό τον περίμεναν χιλιάδες Γάλλοι. Τον φέρανε στο αυτοκίνητο στα χέρια, σαν ήρωα, κουνώντας γαλλικές σημαίες. Δίπλα στο δήμαρχο, ο Μορίς Σεβαλιέ, η Μιστεγκέτ, ο Αλμπέρ Πρεζάν... Ένας παχύς ροδοκόκκινος τον αγκάλιασε και τον φίλησε και του 'πε «να 'ρθεις στη γιορτή μας...». Ήταν ο Μορίς Τορέζ, αργότερα γενικός γραμματέας του Κ.Κ. Γαλλίας... Ο Χριστοφορίδης πήγε, μαζί με άλλους ηθοποιούς και καλλιτέχνες και το πλήθος με τις κόκκινες κονκάρδες τον αποθέωσε... Μετά τον καλούν οι σοσιαλιστές κι όλα τα κόμματα... Πηγαίνει παντού...Όλοι οι Γάλλοι μιλούν για  τον πρωταθλητή που γελοιοποίησε τον Χίτλερ στο Βερολίνο... Όπως, δυο χρόνια πριν, ο Τζέσε Όουενς στους Ολυμπιακούς. Τώρα μάλιστα που ο Εντουάρ Τενέ είχε χάσει τον τίτλο Ευρώπης, οι Γάλλοι ελπίζανε να τον ξαναπάρουν με το ίνδαλμα τους, τον Κρι­στό, που έμαθε να πυγμαχεί τόσο ωραία στα δικά τους ρινγκ.

hspace=0

2o 

Μικρασιατική καταστροφή

Η ζωή του Αντώνη Χριστοφορίδη ξεκινάει από την Μικρά Ασία, όπου οι μνήμες του είναι απόμακρες και θαμπές και μπερδεμένες από τις διηγήσεις της μάνας του και της μεγαλύτερης αδερφής του:

—Οι Τσέτες, οι Τσέτες...

Η Σμύρνη να καίγεται... Χιλιάδες πανικόβλητοι να τρέχουνε κατά τη θάλασσα, να προλάβουνε να μπούνε στις βάρκες, στα πλοία, να σωθούνε... Τα γυναικόπαιδα να ξεφωνίζουνε, να κλαίνε... Η μάνα του να σέρνει από το χέρι στο φευγιό τους Smirnikatastrτον πεντάχρονο Αντώνη, να τον κρατάει σφιχτά για να μην τον χάσει στην αναμπουμπούλα... Όλοι να φωνάζουνε ονόματα δικών τους, που τους χάνανε μέσα από τα μάτια τους... Πέτρος, ο αδερφός του... Φεβρωνία, η αδερφή του... Κυριάκος, ο μικρανεψιός του... Ο πατέρας του είχε σκοτωθεί, εθελοντής, στον πόλεμο του 1917... Πώς τα κατάφερε η μάνα του και τους ανέβασε σ' ένα καράβι η ψυχή της το ξέρει... Φτάσανε πρόσφυγες στον Πειραιά, μάνα και γιος, χωρίς τους άλλους τρεις, που τους βρήκαν αργότερα... Έξη νομάτοι από την οικογένεια χαθήκανε για πάντα...

Η μάνα του άρχισε να ξενοπλένει για να ζήσει τα ορφανά κάπου εκεί στους Αμπελοκήπους, σε μια παράγκα που έμπαζε κρύο από παντού κι έσταζε νερό πάνω στα στρωσίδια τους... Φτώχεια και εξαθλίωση με τα παιδιά σαν πεινασμένα σπουργιτάκια, να τεντώνουνε τα λαιμουδάκια για λίγο ψωμί, αλειμμένο με ζάχαρι και λάδι... Ο Αντώνης δε θυμάται να τρώγανε παρά μόνο χόρτα, που μάζευαν στα χωράφια... Κρέας αρταινόντουσαν καμιά φορά, από φιλευσπλαχνία του χασάπη, που τους τύλιγε σ' εφημερίδα σπλάχνα και λαρύγγια σφαχτών... Καθώς τα έπλενε καλά η μάνα του και τα έριχνε στο τσουκάλι, τα κουτσούβελα τριγυρίζανε τον αχνό, ρουφώντας προκαταβολικά τη νοστιμάδα... Μια μέρα ο Αντώνης είδε στη ματωμένη εφημερίδα μια φωτογραφία δυο πυγμάχων που χτυπιόντουσαν και το αίμα από τα εντόσθια νόμισε πως ήτανε δικό τους αίμα... Ρώτησε τη μάνα του γιατί μαλώνανε και κείνη του είπε πως είναι πεχλιβάνηδες και του εξήγησε:  Αλείφονται με λάδι και παλεύουνε σαν τα ταυριά... Κερδίζουνε όμως παράδες.

 Στα εφτά του χρόνια τον έπιασε ελώδης πυρετός, έκαιγε ολόκληρος. Η Χρι-στοφορίδαινα τον τύλιξε σε μια κουβέρτα κι έψαχνε να βρει γιατρό. Έφτασε ως το κέντρο της Αθήνας, την έπιασε η νύχτα κι απάγκιασε δίπλα στο φυλάκιο στα Παλαιά Ανάκτορα... Ο σκοπός την πείραξε: Κυρά μου, βασιλόπουλο είναι το παιδί σου που το κουβάλησες στο Παλάτι; Η βασανισμένη μάνα σκούπισε τον ιδρώτα στο φλογισμένο μέτωπο του γιου της κι απάντησε: Για μένα βασιλόπουλο είναι...

Ένα χρόνο μετά, η μάνα του πεθαίνει και ο Αντώνης δε θέλει να θυμάται την τραγική εκείνη νύχτα. Τα μάτια του βουρκώνουνε και τρέχει στο μπάνιο για να συνέλθει... Μου τα έχει πει η αδερφή του. Λείπει η μάνα και τα ορφανά να κουρνιάζουνε το ένα σφιχτά στο άλλο και να στάζει η παράγκα... Μάνα τους τώρα είχε γίνει η Φεβρωνία που δούλευε να τα ζήσει... Ο Αντώνης έκανε θελήματα και πήγαινε στο νυχτερινό σχολείο του Παρνασσού, για να τηρήσει την επιθυμία της μακαρίτισσας που, πριν κλείσει τα μάτια της, τον είχε ορκίσει να μάθει γράμματα... Στα δεκατρία του, ένας συμμαθητής του του έδωσε μια γροθιά και τ' άλλα παιδιά τον συμβουλέψανε να μην προσπαθήσει να την ανταποδώσει. Ξέρει πυγμαχία, του είπανε... Γυρίζοντας από το σχολείο στην παράγκα τους, σκεφτότανε πως έπρεπε να μάθει κι αυτός να δίνει γροθιές... Μπράτσα γερά είχε, η τέχνη του έλειπε... Περνώντας συχνά από την Ασκληπιού είχε δει παιδόπουλα αναψοκοκκινισμένα να ανεβοκατεβαίνουνε σε κάτι σκαλοπάτια. Ήταν η υπόγα του Αγαθοκλή Μπάρκα, που δίδασκε πυγμαχία. Κατέβηκε κι αυτός δειλά-δειλά κι από εκεί κάτω ξεκίνησε για ν' ανεβεί σκαλί-σκαλί στο άθλημα που πραγματικά τον ανέδειξε σε βασιλόπουλο των ευρωπαϊκών ρινγκ...

hspace=0

Θα παραλείψω τη ζωή του Αντώνη ως τα 17 του χρόνια στην Αθήνα, τότε που δούλευε γκρουμ στο ξενοδοχείο «Μυστράς», στην οδό Βαλαωρίτου. Το αφεντικό του, Σεβαστός Μοσχούλας, τον αγαπούσε πολύ και του είχε δώσει μια συμβουλή: Μακρυά από τους πεχλιβάνηδες, όπως έλεγε ανακατεμένους παλαι­στές και πυγμάχους. Γι' αυτό κι εκείνος απόφευγε να του σπάσουνε τη μύτη στο ρινγκ, μην πάρει είδηση ο γέρος πως πυγμαχούσε... Ο Αντώνης ποτέ δε μου εξι­στόρησε ο ίδιος τι τράβηξε ώσπου να γίνει πυγμάχος, αλλά τα έχω μάθει από τον Βαγγέλη Καλαβρυτινό, τον Μέμο Ευαγγελίδη, τον Μπέμπη Δέρβη... Κάθε φορά που ψάχνω στη ζωή αυτών των παράτολμων και ταλαντούχων δικών μας, που λάμψανε στο εξωτερικό, με πιάνει αναγούλα για όλους εκείνους τους συμπα­τριώτες μας που προσπαθήσανε να σταθούνε εμπόδιο στην ανάδειξη τους... Τα ταλέντα, από την Κάλλας και τον Ζαχαρίου, ως το Χριστοφορίδη, βρίσκανε εμπόδια στην ίδια τους την πατρίδα, τους δένανε τα φτερά για να μην πετάξουνε στα ύψη... Εδώ αναθεματίζανε Ακαδημαϊκοί και αμπελοφιλόσοφοι τον Καζα­ντζάκη και θ' αφήνανε σε χλωρό κλαρί οι πεχλιβάνηδες και τραμπούκοι του αθλητισμού —που δυστυχώς υπάρχουν ακόμη— ένα τόσο γνήσιο αυτοφυές ταλέντο; Μα ο Αντώνης Χριστοφορίδης, στα 17 του χρόνια, πίστευε τόσο στο ταλέντο του που 'χε πείσει πια και το γερο-Μοσχούλα πως δεν έπρεπε πια να κουβαλάει βαλίτσες και να δέχεται πουρμπουάρ... «θα πάω να βρω, με την ευχή σας, την τύχη μου στο Παρίσι...»

—Στο Παρίσι! Πάει το παιδί τρελάθηκε, σκέφτηκε ο ξενοδόχος, που δεν τολμούσε να πάει ούτε ο ίδιος, με όλο τον παρά που είχε στον μπεζαχτά και στην Τράπεζα.

Κάνανε συμβούλιο ο Μοσχούλας, ο Μέμος Ευαγγελίδη ς —μάνατζερ του— και η Φεβρωνία και δώσανε την άδεια στον ανήλικο Αντώνη να πραγματοποιήσει το όνειρο του.

—Κι αν δεν πετύχεις, του είπε ο Μοσχούλας, κράτησε τα ναύλα επιστροφής και η δουλειά σου θα σε περιμένει, στη ρεσεψιόν αυτή τη φορά.

Την ήθελε αυτή τη θέση ο Αντώνης, να κλείνει δωμάτια και να βάζει τακλειδιά και τα γράμματα στα χωρίσματα, αντί να κουβαλάει βαλίτσες, αλλά τώρα το όνειρο του ήταν εκεί στο Παρίσι, την πρωτεύουσα του ευρωπαϊκού μποξ... Οι πρωτοπυγμάχοι εκεί γινόντουσαν πρωτοσέλιδα θέματα στις εφημερίδες και είχανε καταθέσεις στις Τράπεζες, του είχανε πει... Έτσι ο νεαρός πυγμάχος, που είχε νικήσει όλες τις φίρμες στην Αθήνα, εκτός από εκείνες που τον αποφεύγανε, κάνει τις οικονομίες του γαλλικά φράγκα. Του τα κρύβει στη φόδρα του σακακιού του, ο πατέρας του Μέμου, που ήτανε ράφτης. Του αφήνουνε στις τσέπες κάτι ψιλά, για τα μικροέξοδα... Καθώς το πλοίο σαλπάρει από τον Πειραιά, του κουνάνε τα χέρια η αδερφή του, ο Μέμος και μερικοί φίλοι. Η Φεβρωνία κρατάει ένα μαντήλι, περισσότερο για να σκουπίζει τα μάτια της... Ο Αντώνης, με το δέμα τους κεφτέδες και το ψωμί, βολεύεται σε μια καρέκλα στο κατάστρωμα και ξεφυλλίζει μια μέθοδο εκμάθησης της γαλλικής, βουαλά δια το πλησίον, βουασί δια το μακράν...

Μασσαλία λοιπόν, 1934,όπου ο νεαρός Έλληνας φτάνει, έχοντας φάει τους κεφτέδες και τις φρατζόλες της Φεβρωνίας... Παίρνει το τρένο, τρίτη θέση, για το Παρίσι. Στη διαδρομή, τυλώνεται με κουλούρια και γλυκά που πουλάνε στους σταθμούς... Κι όλο χαζεύει από το παράθυρο, καθώς περνάνε αδιάκοπα σπίτια, δρόμοι, αγροί... Και αυτοκίνητα και κάρα φορτωμένα και ζώα και άνθρωποι, που δουλεύουνε στα χωράφια... Αποκοιμιέται λίγο, αλλά ξυπνάει από το στρίγγλι-σμα των φρένων του τρένου σε κάποιο σταθμό... Μια κοπελούδα πουλάει σοκολάτες, του χαμογελάει και σκύβει στο παράθυρο και αγοράζει μία... Εκείνη καταλαβαίνει πως είναι ξένος και του χαμογελάει ακόμη περισσότερο... Καθώς το τρένο ξεκινάει, ο Αντώνης αναρωτιέται αν είναι νόστιμος... θυμάται όμως τα λόγια του Μέμου: «Και πρόσεξε! Όχι γυναίκες.


Μεταφορά στη σελίδα
1 2 3 » επόμενη σελίδα

προστέθηκε στις: 12 Φεβ 2005

 
 

:: αρχική :: προφίλ :: επικοινωνία :: εικόνες

© Δημήτρης Λιμπερόπουλος :: ...Webmaster