flash back ενός ρεπόρτερ 2
ενότητα ΒΗΤΑ ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ
αποσπάσματα
χτυπάω τη πόρτα της δημοσιογραφίας
Ευχάριστες οι φαντασιώσεις των παιδικών χρόνων, αλλά κάποια στιγμή φτάνει η δυσάρεστη πραγματικότητα. Ούτε καταλαβαίνω πως βρίσκομαι απο την ερημιά της εξοχής στη φασαρία της πόλης και από το όνειρο της σκοτεινής αίθουσας, ανάμεσα στις συνομοταξίες των ανθρώπων, που ανταγωνίζονται ομαδικά και ατομικά ποιός θα επικρατήσει πατώντας ο ένας πάνω στον άλλο... Από τότε πέρασε πολύς καιρός και βρίσκω αποθηκευμένα στο ψυχρό υπολογιστή μου κείμενα, φωτογραφίες, αναμνήσεις - θαυμαστές ή κοινότυπες - που έζησα, κυρίως ως ρεπόρτερ, επάγγελμα που λάτρεψα.
Όταν ξεκινάω, οι ρεπόρτερ της παλιότερης από μένα γενιάς, αλλά και της δικής μου, γράφουν ιστορία με ισχνά μέσα: με μολύβι ή στυλό, αργότερα με γραφομηχανή και ως απεσταλμένοι στην επαρχία ή στο εξωτερικό, με το τηλέφωνο και πολύ παλιά με τον τηλέγραφο. Ο ρεπόρτερ αλλάζει συχνά σόλες, γιατί το ταξί είναι πολυτέλεια που απορρίπτει το λογιστήριο. Στην επαρχία μπαίνει σε αγοραίο με φειδώ και αν το θέμα είναι στα βουνά, τον ανεβάζει αγωγιάτης με μουλάρι - τώρα πάνε κι΄ έρχονται τα ελικόπτερα...
Ο πατέρας θέλει να γίνω πολιτικός μηχανικός ή αρχιτέκτονας, αλλά εγώ πάω στη Σχολή Καλών Τεχνών - θα πεθάνεις στη ψάθα, με προειδοποιεί... Για λίγο δουλεύω στο Τάκη Μπεζεριάνο που ζωγραφίζει με μείξη μπογιάς και ψαρόκολας, τους ηθοποιούς στις προσόψεις των σινεμά. Όταν όμως βλέπω στα κεντρικά σινεμά τις καταπληκτικές γιγαντοαφίσες του Βακιρτζή ( όπως αυτή εδώ από το "΄Οσα παίρνει ο άνεμος") δεν ξαναπιάνω το πινέλο. Στο Παλιό Φάληρο υπάρχει το καλοκαιρινό σινεμά "Διάνα" και για χαρτζηλίκι ζωγραφίζω το τίτλο της ταινίας και κάποιους ηθοποιούς στη πρόσοψη, αλλά βλέπω στον ύπνο μου τον Bακιρτζή να με κοροιδεύει...
Σκέφτομαι τη διαφήμιση και κάνω μια πρόχειρη μακέτα για την πορτοκαλάδα Ζενίθ αλλά δεν τολμάω να την προωθήσω... Ξαφνικά μου μπαίνει η ιδέα της σκηνογραφίας και περνάω από το εργαστήρι του Βακαλό, αλλά κι΄εκεί καταλαβαίνω ότι δεν έχω μέλλον. Σε μιά πρεμιέρα που διορθώνω βιαστικά με το πινέλο ένα σκηνικό στο Ρεξ, βλέπω από τις κουίντες κάποιους ποζάτους στα πρώτα καθίσματα: Είναι δημοσιογράφοι, τζαμπατζήδες, σχολιάζει κάποιος. Παίρνω τ
ην απόφαση αυτοστιγμή. Κάτι ξέρω από αθλητικά, να ξεκινήσω στα εύκολα. Πάω στη στοά Πάππου, στην Αθλητική Ηχώ, όπου ρωτάω για τον εκδότη. Μου δείχνουν ένα χοντρό με αθλητικό φανελάκι και κοντοπαντέλονο να σπρώχνει ένα τεράστιο ρολό τυπογραφικού χαρτιού... Είναι ο Γιώργος Γεωργαλάς, που μου λέει να απευθυνθώ στο γραφείο. Μπαίνω και τα ρουθούνια μου μπουκώνουν από βαρειά μυρωδιά. Είναι το αντιμόνιο στις λινοτυπικές μηχανές που αναθυμιάζει και εισχωρεί στα πνευμόνια των τυπογράφων. Στοιχείο αμέταλλο που βράζει και το δηλητηριώδες αέριό του χρειάζεται γάλα για την εξουδετέρωσή του. Θα μου το εξηγήσει, αργότερα, ο λινοτύπης Γιάννης Πόποβιτς, που ρουφάει το γάλα σαν φίδι...
άλογα και παράλογα...
Ο Θανάσης Σέμπος γράφει και δίνει τα χειρόγραφα στο Γιάννη Πόποβιτς, που ιδρωκοπάει στη λινοτυπική μηχανή. Δείχνω τα σκίτσα μου στο πρώτο, καλά είναι μου λέει, αλλά εγώ χρειάζομαι αθλητικογράφο. Την Κυριακή μπαίνω με τουπέ στο γήπεδο και μου φέρνουν στη σέντρα καρέκλα και στο ημίχρονο γκαζόζα. Σκιτσάρω και γράφω, δεν με πληρώνουν όμως. Τότε είναι που με πλησιάζει ο Μήτσος Καζαμίας, υπεύθυνος πιεστηρίου στο Βήμα και μου προτείνει να βγάλουμε ιπποδρομιακό έντυπο. Δέχομαι και αρχίζει η αγάπη μου - ολέθριο χόμπυ στις ιπποδρομίες. Ο πατέρας δεν θέλει ούτε ν΄ακούσει περί ενασχόλησής μου στα ιπποδρομιακά και μου λέει: Αν είναι να ασχοληθείς με τα άλογα, προτίμησε καλύτερα τα... παράλογα και να προσφέρεις στο κοινωνικό σύνολο. Με πάει στο κτήμα Γκρόμαν στο Έδεμ του Παλαιού Φαλήρου. Απέναντι από τη θάλασσα απέραντη έκταση με αιωνόβια δέντρα, πρασινάδες, αλέες με λουλούδια, νερά και συντριβάνια, και μιά θεόρατη βίλα στη μέση. Ιδιοκτήτης είναι κάποιος Γκρόμαν, που επειδή έχει γερμανικό όνομα, συνεταιρισμός δημοσίων υπαλλήλων έχει βάλει το κτήμα του στο μάτι... Βγάζω φωτογραφίες, κάνω ρεπορτάζ, αγωνίζομαι να διατηρηθεί το κτήμα ως δημοτικό πάρκο, αλλά ανώτατοι υπάλληλοι του υπουργείου Οικονομικών - οι άρπαγες - με φοβερίζουν, με απειλούν...Τελικά ξεριζώνουν τα πάντα και κατεδαφίζουν το τεράστιο κτίριο. Οι πονηροί παραχωρούν στο βάθος ελάχιστα οικόπεδα σε τραυματίες, και παίρνουν οι εμπνευστές της αρπαγής τα οικόπεδα που βλέπουν θάλασσα, απέναντι από τη σημερινή Νεράιδα...Το ίδιο γίνεται και στο τέρμα της Νέας Σμύρνης, όπου άλλοι οικοπεδοφάγοι του δημοσίου, καταπατούν το χώρο που προοριζόταν για στάδιο! Σήμερα ( ενορία Αγίας Παρασκευής ) έχει μείνει εκεί μόνο η οδός...Σταδίου! )
Χάινρι, Πιζαζόν, Μίμης Χούμης, Κ.Βαρθολομαίος, Νικος Πεντζαρόπουλος, Αντώνης Παπαντωνίου, Β. Στάικος, Γιάννης Χέλμης, Χρ. Βαρτζάκης, Μίμης Παπναγιώτου, Γιάννης Παπαντωνίου.
Και ο πρωθυπουργός Ντίνος Τσαλδάρης, το πρώτο σκίτσο μου πολιτικού, που μπαίνει σε ημερήσια εφημερίδα, νομίζω στο "Εμπρός".

Φρανσουάζ Αρνούλ
Τη πρώτη καλλιτεχνική συνέντευξη την παίρνω από την γαλλιδούλα σταρ του τραγουδιού και του σινεμά Φρανσουάζ Αρνούλ, με μεσολάβηση του Γιώργου Οικονομίδη, που την παρουσιάζει σε μουσικό πρωινό. Το σουξέ της αλα- μία- ου το έχει διασκευάσει στα ελληνικά ο Κώστας Πρετεντέρης (πότε θά΄ρθη καλοκαίρι) και τραγουδιέται από τη νεολαία. Περιμένω τις πρωινές ώρες στο πιεστήριο του Εμπρός να δω τη φάτσα μου φρεσκοτυπωμένη κι΄ όταν τη βλέπω δίπλα στο είδωλο της νεολαίας, γυρίζω στο σπίτι και μοστράρω την εφημερίδα πάνω στο τραπέζι... Ο πατέρας λέει στη μητέρα: γυναίκα ο γιός μας διάλεξε αργόσχολο επάγγελμα...
Στη φωτογραφία,η Αρνούλ μόλις μου έχει δώσει συνέντευξη για το Εμπρός που κρατάω για να της δείξω ότι είμαι δημοσιογράφος κι΄όχι ένα παιδαρέλι αυμαστής της.
- Όταν έρθης στο Παρίσι θα σου δώσω το στυλό σου, μου λέει...
Ρε συ –γελάει ο Πρετεντέρης– γιατί δεν πας να δεις και τον πύργο του Άιφελ... Δεν πηγαίνω και μένω με τον πόθο του ήρωα του ποιήματος του Ορέστη Λάσκου, που κατεβαίνει από το τρένο ένα σταθμό πριν το Παρίσι, για να μείνει όλη του τη ζωή με τη προσδοκία να το γνωρίσει...
Εδώ, ανάμεσα στο σκιτσογράφο Σωκράτη Αναστόπουλο και στο Κώστα Πρετεντέρη ( σκύψε ψηλέ...). Έχουμε εκδράμει στο Ζούμπερι, εγώ για ρεπορτάζ, αυτός για να δει την Αννούλα, που παραθερίζει στις κατασκηνώσεις των παιδιών των αξιωματικών στον Άγιο Ανδρέα . Αργότερα θα την κάνει γυναίκα του και θ΄αποκτήσουν τον μοναχογιό τους.
Ο Κώστας μου γράφει πίσω από τη φωτογραφία:
------------------------------------------------------------
20 ημέρες στην Αίγυπτο
ξεκινούν τη καριέρα μου
Σην "Αθλητική Ηχώ", όπου μετά βίας μου δίνουν έξοδα κινήσεως, δεν βλέπω να έχω μέλλον και όταν οι Χρήστος Σβολόπουλος και Σπύρος Αυλωνίτης μου προτείνουν να πάω βοηθός τους «μαθητευόμενος» στο ημερήσιο «Εμπρός» του Αλκιβιάδη Καλαποθάκη, δέχομαι με χαρά, γιατί εκεί εργάζονται έγυροι δημοσιογράφοι: ο πολυσύνθετος Σπύρος Μελάς (χρονογράφος, συγγραφέας βιβλίων και θεατρικών έργων), ο επίσης θεατρικός συγγραφέας Δημήτρης Γιαννουκάκης, ο σκιτσογράφος Παύλος Παυλίδης και άλλοι γίγαντες της εποχής. Διευθυντής-αρθρογράφος είναι ο Νίκος Βεντήρης, αδελφός του στρατηγού Βεντήρη και σχολιαστής ο Πότης Τσιμπιδάρος, πρώην διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Ελευθερίου Βενιζέλου. όλοι τους ελέφαντες μπροστά σε μένα το μερμηγκάκι. Βέβαια συναντάω εκεί και ύαινες που νομίζουν ότι είναι λιοντάρια... Είναι η εποχή του καρμπόν, που ένας αστυνομικός ή δικαστικός συντάκτης, μπορεί να δουλεύει και σε τρεις εφημερίδες.Το ρεπορτάζ δηλαδή είναι σχεδόν γραφειοκρατικό, αφού βγαίνει στα υπουργεία με καρμπόν...Και στα αθλητικά δεν υπάρχει συναγωνισμός: αναγγελίες και αποτελέσματα αγώνων και ρεπορτάζ στην ΕΠΟ, στο ΣΕΓΑΣ και στους μεγάλους συλλόγους. Μπορώ να πω ότι είμαι από τους πρώτους που σπάω τη μονοτονία, με σύντομες συνεντεύξεις ποδοσφαιριστών και αθλητών. Πλησιάζει ο καιρός των Μεσογειακών αγώνων στην Αίγυπτο και ονειρεύομαι να κάνω την πρώτη αποστολή μου στο εξωτερικό. Με βοηθάει κυρίως ο Μαρκ Μαρσώ ελληνομαθής δερβέναγας στα αθλητικά του συγκροτήματος Λαμπράκη και τρυπώνω στην αποστολή. Όταν βρίσκομαι στο πλοίο με τους άλλους απεσταλμένους, θυμάμαι τη βαρκούλα που είχαμε μπει με το φίλο μου για Αλεξάνδρεια και μας έβγαλε... Αίγινα!
Το πρώτο μου δημοσιογραφικό ταξίδι στο εξωτερικό, έγινε αιτία να μπω οριστικά στο δημοσιογραφικό επάγγελμα. Είκοσι ημέρες στην Αίγυπτο άλλαξαν τη ζωή μου: Αλεξάνδρεια των Ελλήνων, Κάιρο των Αράβων, Ελ Αλαμέιν των πεσόντων, Νείλος ο ζωοφόρος, Μουσείο των φαραώ, αλλά και των επιγόνων του μεγάλου Αλεξάνδρου, Βιβλιοθήκη των παπύρων, Ζωολογικός κήπος της αιχμαλωσίας, καφέ αμάν του χασισιού και του χορού της κοιλιάς, μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα, μεθυστικά αρώματα, αλλά και ρεσιτάλ Μορίς Σεβαλιέ για τους κατέχοντες ξένους τον πλούτο της Αιγύπτου...Αγώνες των αθλητών της Μεσογείου, αλλά και διαδηλώσεις κατά των αποικιοκρατών...Και ο άπληστος στο πλούτο και στο σεξ Φαρούκ, την τελευταία χρονιά της βασιλείας του, εν όψει Ναγκίπ... Μόνο το σπίτι του Καβάφη δεν έψαξα να βρω,γιατί δεν είχα συνειδητοποιήσει ακόμη πόσο μέγιστος ποιητής είναι... Ούτε στις Πυραμίδες πήγα, γιατί προτίμησα να περιπλανηθώ στο Αιγυπτιολογικό Μουσείο και στη Βιβλιοθήκη.
Μπροστά στους ταριχευμένους Φαραώ, στα γιγάντια αγάλματα του Άμμωνα, τη κεφαλή-κομψοτέχνημα της Nεφερτίτη και των άλλων καλλιτεχνικών
δημιουργημάτων μιας εποχής τυλιγμένης στην έπαρση αλλά και στο θρήνο, είχα μείνει ενεός από κατάπληξη και συγκίνηση. Είχα νιώσει ανατριχίλα στη
ραχοκοκαλιά και σκέφτηκα πως αν υπάρχει μετενσάρκωση, σίγουρα θα είχα ζήσει μιά ζωή σ΄αυτή τη χώρα... Τώρα αναλογίζομαι ότι απόφυγα να πάω στις Πυραμίδες, νιώθοντας κάποιο αδιαόρατο φόβο... Όταν μετά από χρόνια έγραφα το βιβλίο μου, που ο ήρωάς του μετενσαρκώνεται και βρίσκει φριχτό θάνατο στον ίσκιο των Πυραμίδων, θυμήθηκα το περιστατικό που ο Νίκος Γκούμας με καλούσε να μπω με τους άλλους στο λεωφορείο κι΄εγώ το έβαλα στα πόδια...Φαντασίες θα μου πείτε...Στη φωτογραφία, μπροστά στη Βιβλιοθήκη, που κι΄αυτή έχει το ρόλο της στο βιβλίο μου «Πεθαίνουν και οι αθάνατοι».

Η πρώτη συνέντευξη που πήρα στο εξωτερικό έγινε στο πόδι, στο αεροδρόμιο του Καίρου, όπου συνάντησα τυχαία τον διάσημο Γάλλο ηθοποιό,τραγουδιστή και σόουμαν Μορίς Σεβαλιέ. Του έκανα και την καρικατούρα, δυό φορές μάλιστα, γιατί το πρώτο σκίτσο το κράτησε για τον εαυτό του.Οι ανταποκρίσεις μου από την Αίγυπτο κυριολεκτικά προώθησαν τη καριέρα μου όχι μόνο ηθικά, αλλά και υλικά, αφού ο Σπύρος Μελάς απαίτησε από τον Καλαποθάκη να με βάλει στο μισθολόγιο, όπως κι΄έκανε. Πήρα φόρα, από την ημέρα που είδα σε ελληνικό μαγαζί της Αλεξάνδρειας την πρώτη ανταπόκρισή μου και μετά τη λήξη των αγώνων, στο Κάιρο, κουστουμαρίστηκα και φόρεσα παπιγιόν αλα Σεβαλιέ...
Σεργιανώντας στους δρόμους του Καίρου, με το παπιγιόν, άρχισα να νιώθω σαν την Κλεοπάτρα που ετοιμαζότανε για την θριαμβευτική είσοδό της στη Ρώμη...Έτσι είναι,
όπως τα λέω. Ούτε ο αρθρογράφος, ούτε ο σχολιαστής, ούτε κανένα ηγετικό στέλεχος στην εφημερίδα, μπορεί να νιώσει τη χαρά του ρεπόρτερ, που είναι και παραμένει ο ζεν πρεμιέ του θιάσου. Ακόμη και στη τηλεόραση ο ρεπόρτερ παραμένει ο πεζικάριος με τη ξιφολόγχη, που ορμάει από τα χαρακώματα κι΄αν νικήσει, σηκώνει τη σημαία μπροστά στη κάμερα.Οι αξιωματούχοι του επιτελείου, ακόμη κι΄αν κατέχουν θέση παρουσιαστή στο κεντρικό δελτίο, νιώθουν δέος μπροστά στο ταλαντούχο ρεπόρτερ που μόνο αυτός μπορεί να σηκώσει και τη δική τους θεαματικότητα..Μη κατακρίνετε λοιπόν το νεαρό με το παπιγιόν, εν έτη 1951, γιατί μόλις έχει συνειδητοποιήσει ότι το επάγγελμα ρεπόρτερ, είναι υπέροχο.


Στο ζωολογικό κήπο: από αριστερά Νίκος Γκούμας, Θανάσης Σέμπος και Χρήστος Σβολόπουλος, οικογενειακά. Εγώ πίσω.
συνέντευξη με... μερμήγκι
και... χρυσομπάμπουρα...
Μόλις επιστρέφω από την Αίγυπτο ο Σπύρος Μελάς με οδηγεί στον Αλκιβιάδη Καλαποθάκη, που με βάζει στο μισθολόγιο. Τα καθηκοντά μου στην εφημερίδα: Αθλητικά, ελεύθερο ρεπορτάζ και συνεντεύξεια. Μιά Καθαρά Δευτέρα με στέλνουν να γράψω για τα κούλουμα και και τους χαρταετούς , αλλά δεν κουνιέμαι από το γραφειάκι μου, παίρνω χαρτί και μολύβι κι’ αρχίζω να γράφω. Ο επί της ύλης Άγγελος Μεταξάς, που με βλέπει ακόμη εκεί, καθώς ανεβαίνει τις σκάλες για το γραφείο του Νίκου Βεντήρη, μου βάζει τις φωνές: Είπα, θέλω ρεπορτάζ, κατάλαβες; Σε μισή ώρα που κατεβαίνει βρίσκει στο γραφείο του το γραφτό μου, το διαβάζει κι αρχίζει να βρίζει κεφαλλονίτικα. Ο Δημήτρης Γιαννουκάκης, τον ρωτάει τί συμβαίνει, κι΄εκείνος του λέει ότι αντί να κάνω ρεπορτάζ, του έφερα ένα κείμενο με αμπελοφιλοσοφίες... Ο Γιαννουκάκης, που έγραφε θεατρικά νούμερα και μυθιστορήματα, παίρνει το χειρόγραφο, αρχίζει να το διαβάζει μεγαλοφώνως, αλλά όσο προχωράει ενθουσιάζεται και το παίζει το
κείμενο σαν ηθοποιός.
Την άλλη μέρα, που ενώ βρίσκομαι μεταξύ επιπλήξεως και απολύσεως, το βλέπω το κομμάτι μου πρωτοσέλιδο και με σκίτσο μάλιστα του Σωκράτη Αναστόπουλου. Η συνέντευξή μου με τη μερμηγκίνα που μοιρολογάει τη πλακωμένη φαμελιά της απο το πισινό μιάς χοντρής, εγκρίθηκε από τον κυρ Άγγελο, που με κερνάει και γκαζόζα... Είχα βάλει κι΄ ένα χρυσομπάμπουρα καταχαρούμενο, γιατί έφτιαχνε σβολαράκια απο την αφόδευσή της χοντρής.... Δοσίλογε, του φωνάζανε εν χορώ τα διασωθέντα μερμήγκια, που κι΄εγώ δεν ξέρω αν από τεμπελιά δεν κουνήθηκα ρούπι ή από πρόθεση να γράψω κάτι το διαφορετικό, αντί για λαγάνες, ταραμάδες και χαρταετούς... Ο Μελάς πάντως, σχολίασε ότι η βιασύνη μου να πάω να παίξω τάβλι, ως συνήθως, δημιούργησε αυτό το πρωτότυπο ρεπορτάζ... Γελούσε κι΄έλεγε ότι ένας νεοφερμένος έσπασε το καρμπόν του ρεπορτάζ...
[selida]
Αχιλλέας Μαδράς πρωτοπόρος
του σινεμά αλλά και του κιτς
Ο Σπύρος Μελάς μου συστήνει - για να τον ξεφορτωθεί αυτός - ένα παχύσαρκο ηλικιωμένο με μπερέ και κάπα... Είναι ο πρωτοπόρος του βωβού κινηματογράφου Αχιλλέας Μαδράς που με οδηγεί στο σπίτι του και μου δείχνει τα <<αριστουργήματά>> του. Αφελέστατα όλα: σενάριο, σκηνοθεσία, υποκριτική, γυρίσματα άρπα κόλλα... Ο αυτοσχεδιασμός αντικαθιστά και την υποτυπώδη ιστορία που θέλει να διηγηθεί. Προχειρότητα και έμφαση διαχέονται παντού, ακόμη και ένας Αιμίλιος Βεάκης, που υποδύεται τον λήσταρχο, διακωμωδείται οικτρά...
Ο Αχιλλέας Μαδράς γεννήθηκε στη Κωνσταντινούπολη το 1975 και σπόυδασε στo Παρίσι, όπου έπαιξε μεγάλους ρόλους κατά τον ίδιο, ρολάκια κατ΄άλλους στο θέατρο της Σάρα Μπερνάρ. Μετά πάει στο νεογέννητο Χόλιγουντ, όπου δεν μπορεί να σταδιοδρομήσει. Η σωτηρία του είναι η συγκένρωση αποσπασμάτων επικαίρων από την Μικρασιατική καταστροφή, που τα προβάλλει μαζί με τις πρωτόλειες ταινίες του Μαρία Πενταγιώτισσα ( 1928 ) και ο μάγος της Αθήνας ( 1930 ) στους ομογενείς. Ο Μαδράς που μοιάζει φατσικά με τον διάσημο Γάλλο ηθοποιό Χάρυ Μπορ, έρχεται στις εφημερίδες, σαν γέρικος ελέφαντας που αναζητάει το κοι μητήρι του, αλλά και την υστεροφημία του.Τώρα που με έχει στριμώξει στο σπίτι του μου λέει: Νεαρέ μου κάποιοι παλιοί με θεωρούν ψώνιο της κινηματογραφικής πρωτοπορείας, αλλά εσύ θέλω να με πάρεις στα σοβαρά και να αποκαταστήσεις την αμφιλεγόμενη φήμη μου.
Καθώς με βομβαρδίζει με στομφώδη λόγια, με φωτογραφίες και αποσπάσματα ταινιών του,
ταταλαβαίνω πόσο έχει βασανιστεί αυτός ο γυρολόγος του σινεμά. Με μιά κινηματογραφική μηχανή προβολής, επίκαιρα της Μικρασιατικής καταστροφής και τη βροντώδη φωνή του που περιγράφει τις ασπρόμαυρες κινητές εικόνες, να γυρίζει από πολιτεία σε πολιτεία και να συγκεντρώνει σε μια σκοτεινή αίθουσα, τους ομοψενείς που με δάκρυα βλέπουν αρχικά τις νίκες και μετά την κατάρρευση των Ελλήνων...Όταν φεύγω με τις σημειώσεις μου και τις φωτογραφίες, δεν μπορώ παρά να σκύψω και να του φιλήσω το ρυτιδωμένο χέρι... Δεν έχει καμιά σχέση ότι σημειολογικά το σαρδάμ έχει προκύψει από την αντιστροφή του ονόματός του Μαδράς. Για μένα, έστω και τσαρλατάνος, είναι πρωτοπόρος. ( στη φωτογραφία ο σιτεμένος Μαδράς, ως μάγος της Αθήνας και η πρωταγωνίστριά του ονόματι Pαπουλίνα )

Ο Μαδράς αναφέρει στα διαφημιστικά φυλλάδια των ταινιών του σκηνές που έχει φανταστεί αλλά ουδέποτε θα γυριστούν. Χρησιμοποιεί και ημίγυμνες χορεύτριες κι΄όμως προσελκύει σοβαρούς σπόνσορες. << Τα πραγματικά ρούχα του Όθωνα, ο θρόνος, το στέμμα, το σκήπτρον του! >> διαφημίζονται στη ταινία, όπως και η Τράπεζα Αθηνών με το μετοχικό κεφάλαιό της.
Όταν γράφω τη συνέντευξη του Μαδρά στο Εμπρός, μου λέει ο αρχισυντάκτης: Ώστε ξαίρεις και από σινεμά; Και μου αναθέτει κριτική ταινιών! Στις πριβέ προβολές, συναντάω την Ελένη Βλάχου και τη Ρωζίτα Σώκου. Επιστρατεύω τις γνώσεις μου από τη θητεία μου στο Ροζικλέρ και κριτικάρω όχι με επίδειξη γνώσεων αλλά με συναίσθημα... Συμπαθητικούλης είσαι εν τη αγνοία και τη αθωότητά σου, μου λέει η Βλάχου, που κρίνει τις ταινίες με την σοβαρότητα ειδικού... Φεύγοντας από μιά προβολή ( δεν θυμάμαι σε ποιό φιλμ) παίρνω θάρρος και τη ρωτάω αν ο σκηνοθέτης προχωράει πέρα από τον συγγραφέα και με την εκμετάλλευση εικόνας και ήχου, απευθύνεται όχι σε αναγνώστη αλλά σε θεατή. Μου απαντάει ότι, στο παλιό Χόλιγουντ, υπήρχε ένα τσιτάτο: Σκηνοθέτη μη ξεχνάς ότι ο μέσος θεατής έχει νοημοσύνη παιδιού...
η μεγάλη σχολή φωτορεπορτάζ και πρέφας...
Η μεγάλη σχολή του φωτορεπορτάζ εδρεύει στη στοά Πρωίας, στο γραφείο των Ηνωμένων φωτορεπόρτερ. Συχνάζω εκεί και βγάζω θέματα, απο τους ποδοσφαιριστές, αθλητές και καλλιτέχνες. που έρχονται να πάρουν τις φωτογραφίες τους. Στο διπλανό καφενεδάκι, παίρνω τα πρώτα μαθήματα πρέφας και στο πατάρι του, κάποιες νύχτες Σαββάτου , παρακολουθώ σεμινάρια για πόκα. και χαρακίρι..


Οι Ηνωμένοι φωτορεπόρτερ Τριανταφύλλου, Φωτεινόπουλος, Μάρτογλου, Φλώρος. * Ο γενάρχης του φωτορεπορτάζ Πέτρος Πουλίδης, με τον Ιορδάνη Καπασακάλη και μένα. * Η νεαρή Αμερικάνα Τζιλ, ρωτάει τον γερο Σπύρο Μελά, τι άλλο θέλει απο τη ζωή κι΄εκείνος την αρπάζει, τη φιλάει στο στόμα και μετά της λέει: Αυτό θέλω! * Πρέφα με τον φίλο Νίκο Ρατσιάτο, υπό το βλέμμα ειδημόνων της στοάς, ράφτη και κουρέα, και του νεαρού Αντώνη, άρτι αφιχθέντος από την επαρχία, για να μαθητεύσει στο φωτορεπορτάζ και όχι μόνο...

Συναδέλφωση αθλητικογράφων και φωτορεπόρτερ στα Επτά αδέλφια. Οι περισσότεροι έχουν φύγει. Από αριστερά: Δ. Λιμπερόπουλος,Ν. Ρατσιάτος, Β. Φουντουκίδης, Στ. Γρατσίας, Γ. Λιβέρης, Ν. Καλογερόπουλος, Β. Χατζηγιάννης, Δ. Φλώρος, Π. Δεληκάρης, Κ. Ποιητίδης, Απ. Αρμάου, Δ. Καπλάνογλου, Τ. Μηχαηλίδης, Δ. Φωτεινόπουλος, Α. Βλασσόπουλος.
Σε όλες τις εφημερίδες που εργάζομαι , αποφεύγω να έχω δικό μου γραφείο, για να μη σταμπάρουν οι αρχισυντάκτες ότι δεν βρίσκομαι εκεί. Όχι πως λουφάζω - γίνεται κι΄αυτό - αλλά θέλω να νιώθω ελεύθερος, ανεξάρτητος... Συνήθως την αράζω στο τεμπελχανείο του Μπιντέ στο Κολωνάκι, όπου όμως λόγω κουτσομπολιού, είναι καλή πηγή ρεπορτάζ. Όπως στο Βυζαντινό ή στη πισίνα του Χίλτον, που μπορεί να βγάλω λαγό. Τα θέματα θέλω να τα βρίσκω και να τα αξιολογώ μόνος μου, γι΄αυτό οσμίζομαι σαν το λαγωνικό, που γραπώνει το θήραμα... Βολτάρω και σε σφαιριστήρια, σε λέσχες ή χώνομαι στη παλιά μου αγάπη, το σινεμά. Με ελκύουν οι καλλιτέχνες, οι μοντέλες, τα αλογάκια, οι φοραδούλες...Ο τζόγος το μεγάλο κουσούρι μου... Κι΄ο πατέρας, που μ΄ακούει ξημερώματα να γυρίζω ακροποδιτί και να χαιδεύω το σκύλο που μου κουνάει την ουρά του, μου λέει από τη κρεβατοκάμαρά: Βρε παιδάκι μου, τέτοια ώρα που λαλούν τα κοκόρια, ποιούς συνάντησες στο δρόμο σου; Κλεφτοκοτάδες, πόρνες και πρεζάκηδες...
Όταν το Εμπρός με στέλνει στη Κωνσταντινούπολη ( 1952 ) για τον αγώνα των εθνικών ομάδων ποδοσφαίρου, δεν με ενδιαφέρει τόσο το παιχνίδι, όσο να πατήσω το πόδι μου στη θρυλική πόλη του Βυζαντίου και να μπω στην Άγια Σοφιά! Όταν περνάει η πρώτη εντύπωση και συγκίνηση, το πνεύμα κατεβαίνει στο στομάχι και πέφτουμε στα ταούκ κιοκτσού και στη πολίτικη κουζίνα του ξενοδοχείου "Τοκατιλιάν"... Η εθνική μας κερδίζει 1-0 στο φλεγόμενο στάδιο Μιτάτ πασά και βλέπω παντού την εθνική πίκρα των γειτόνων μας. Υπάρχουν ακόμη ομογενείς στη Πόλη, που δεν φοβούνται να μιλήσουν ελληνικά. Ο καλύτερος ποδοσφαιριστής της Τουρκίας είναι ο Λευτέρης Αντωνιάδης και όταν του ζητάω συνέντευξη, μου ψιθυρίζει άφησέ το καλύτερα, γιατί η ζωή των δικών μας εδώ γίνεται όλο και δυσκολότερη...Τόσο δύσκολη που μετά δύο χρόνια γίνονται τα γεγονότα του προπηλακισμού των ομογενών, που εγκαταλείπουν για πάντα τη Πόλη και έρχονται στην Ελλάδα...

Στο πατριαρχείο με την οι κογένεια του εκδότη περιοδικών Θεοφανίδη, το ζεύγος Βουτσινά της Ακρόπολης και αριστερά τον μουσικολόγο Γιώργο Βώκο. Με δέος στην Άγια Σοφιά. Με το Γιώργο Δαρίβα στο κατάστρωμα του Αιγαίον.
.
Δεξιά ο Γιώργος Δαρίβας, αριστερά κάποιος φίλαθλος.

μιζέρια στην Ελλάδα... προς βορράν χειρότερα
Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 50 η ζωή είναι ακόμη μίζερη στην Ελλάδα, χειρότερη όμως στα γειτονικά μας κράτη. Οι αθλητές και ποδοσφαιριστές που πάνε προς βορράν, έχουν στις βαλίτζες τους τσατσάρες, μπικ και καλτσόν και ο δρομέας Σιδερής κουβαλάει στο τρένο ένα τελάρο ρέγγες, που γίνονται ανάρπαστες στο πολυτελές ξενοδοχείο Μπέογκραντ. Οι αθλητικοί συντάκτες ταξιδεύουμε με τις ομάδες και οι μη αθλητικοί, μας ζηλεύουν. Ξέρω όμως ότι τα αθλητι κά είναι κάτι πρόσκαιρο για μένα και γράφω εντυπώσεις από όπου ταξιδεύω.Και μιά μέρα τολμάω και δίνω ένα αλλιώτικο κομμάτι, για ένα νέο που συναντώ στο Βελιγράδι και μου θυμίζει τον εαυτό μου που άκουγε ραδιόφωνο με ακουστικά...Μπαίνει ως επιφυλλίδα, αλλά τον πατέρα τον ζώνουν τα φίδια: Παράτησε τις λογοτεχνίες, κοίταξε να μπεις στην Ένωση και μετά γράφε ότι αρλούμπες θέλεις…Εκείνη την εποχή θα αλλάξω το ύψιλον του επωνύμου μου με γιώτα….
...Ο Ίβο το ξανθό παιδί, ενθουσιάστηκε όταν του είπαμε ότι είμαστε νοβινάρε, Γκρίτσκι νοβινάρε...Με ρώτησε αν έχω ταξιδέψει στο Αλγέρι ή στη Τύνιδα και του είπα ότι έχω πάει μόνο στην Αίγυπτο...Τα μάτια του έλαμψαν, τό ίδιο είναι, μου είπε...Μπορεί οι 9570 χιλιόκυκλοι που ακούω από τα ακουστικά μου, να είναι το Κάιρο... Κάπου εκεί στη Μέση Ανατολή, στο Σφαξ, στο Μαρακές, στη Καζαμπλάνκα,υπάρχει μιά κοπέλα που μου τραγουδάει κάθε νύχτα, τραγούδια ανατολίτικα, όλο πάθος...Μπορεί να αξιωθώ κάποτε να πάω να τη βρω...

ο Τίτο θεμελιώνει πάνω στην άμμο...
Παντού στη Γιουγκοσλαβία, βλέπεις τη φράση ζήτω ο στρατάρχης Τίτο! Ο συνάδελφος Κώστας Σισμάνης υπηρετεί τη θητεία του στη πρεσβεία μας στο Βελιγράδι. Κατάγεται από τα Σκόπια και έχει γυναίκα Γιουγκοσλάβα. Στο πρώτο μου ταξίδι, του ζητάω τα στοιχεία της γειτονικής μας χώρας: Πάνω από 20 εκατομμύρια κάτοικοι, επίσημα δεν ισχύει καμία θρησκεία, αλλά 35% είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, 26% Ρωμαιοκαθολικοί, μη δηλωμένοι Χριστιανοί 11%, Μουσουλμάνοι 10%, λοιποί 18 %. Εθνικότητες: Σέρβοι, Ερζεγοβίνιοι, Μαυροβούνιοι, Κροάτες, Σλοβένοι, Σλαβομακεδόνες, κάθε καρυδιάς καρύδι δηλαδή...Τους ενώνει η σλιβοβίτσα και το ποδόσφαιρο ( πανη γυρίζουν όλοι όταν ισοφαρίζουν στους Ολυμπιακούς ένα 0 – 4 με τους Σοβιετικούς ). Ο Τίτο προσπαθεί να ενώσει ανομοιογενείς αστερισ μούς στη λάμψη ενός ήλιου...
Το 1966 βρίσκομαι στο Μόντρεαλ, για το Κληρικολαικό συνέδριο Αμερικής και βλέπω προπαγανδιστικά φυλλάδια για τη <<γνησιότη τα>> των Σκοπιανών ως απογόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου! Δεν είναι τίποτα - με καθησυχάζει ο Ιάκωβος - οι Σκοπιανοί είναι εκατό χιλιάδες διακονιάρηδες σε ΗΠΑ και Καναδά και εμείς τρία εκατομ μύρια νοικοκυραίοι... Κοιμόμαστε με τα τσαρούχια, γιατί Τούρκοι και Σκοπιανοί πληρώνουν αδρά Αμερικανού πολιτικούς, δικηγόρους και δημοσιογράφους και αλλάζουν την ιστορία…
Βελιγράδι 1952 : Στο μνημείο των πεσόντων Σοβιετικών υπάρχουν στεφάνια, κάποιες φορέςόμως και αφοδεύσεις αντιφρονούντων.
προστέθηκε στις: Πέμπτη 09.06.2005